Καρδιολογικό Βήμα

Πρόληψη και θεραπεία καρδιοπαθειών

Διαιτολογικές συστάσεις για τη διαβητική δίαιτα

Διαιτολογικές συστάσεις για τη διαβητική δίαιτα

Ενέργεια

Για απόκτηση ΒΜΙ=22-25

Υδατάνθρακες (% ενέργειας)

50-55% (50-60%)

Προστιθέμενη γλυκόζη ή φρουκτόζη
(γρ ανά ημέρα)

<25 γρ

Διαιτητικές ίνες (γρ ανά ημέρα)

>20-35 γρ

Συνολικό λίπος (% ενέργειας)

30%

Κορεσμένα

<10%

Πολυακόρεστα

<10%

Μονοακόρεστα

10-15%

Πρωτεϊνες (% ενέργειας)
(για παιδιά και εγκυμονούσες)

10-15%
μέχρι 20%

Αλάτι (γρ. ανά ημέρα)
Για άτομα με φυσιολογική αρτηριακή πίεση

<3

Για άτομα με υπέρταση

<2,4

Διαβητικά τρόφιμα

Καθόλου

Το Ηοlter πίεσης

Σε ένα ποσοστό ασθενών η αρτηριακή πίεση όταν μετριέται στο ιατρείο είναι αυξημένη, ενώ στο περιβάλλον του ασθενούς και όλη την ημέρα κυμαίνεται σε φυσιολογικά επίπεδα. Αυτή η περίπτωση είναι γνωστή ως υπέρταση της ‘‘λευκής μπλούζας’’ και κύριο αίτιό της είναι ο φόβος του ασθενούς για το περιβάλλον αλλά και το γιατρό.

Σε αυτές τις περιπτώσεις και σε άλλες, που ο γιατρός χρειάζεται να είναι σίγουρος για την ύπαρξη της υπέρτασης αλλά και την επιτυχία της φαρμακευτικής αγωγής, χρησιμοποιεί το Holter πίεσης, ένα είδος πιεσόμετρου που ο ασθενής το φοράει στο χέρι του επί 24 ώρες. Η 24ωρη καταγραφή της αρτηριακής πίεσης, όπως καλύτερα λέγεται, έχει ως πλεονέκτημα την καταγραφή της πίεσης σε πιο ρεαλιστικές συνθήκες, αντιπροσωπευτικές της φυσιολογικής συμπεριφοράς και δραστηριότητας του ατόμου.

Πως γίνεται η διάγνωση της υπέρτασης;

Η διάγνωση της υπέρτασης γίνεται μόνο με το πιεσόμετρο. Αν η αρτηριακή πίεση σε μια πρώτη επίσκεψη βρεθεί μεγαλύτερη από την κανονική, τότε ο γιατρός θα μας ξανακαλέσει για συμπληρωματικές μετρήσεις μέσα σε διάστημα λίγων εβδομάδων ή και περισσότερο, για να βεβαιωθεί ότι έχουμε υπέρταση.
Η αρτηριακή πίεση μεταβάλλεται πολλές φορές κατά τη διάρκεια της ημέρας και από μέρα σε μέρα. Επηρεάζεται επίσης από άλλους παράγοντες, όπως η συναισθηματική κατάσταση και η σωματική κόπωση. Γι’ αυτούς τους λόγους έχει επικρατήσει ο έλεγχος της πίεσης να γίνεται σε ήσυχο χώρο, χωρίς εκνευριστικές συζητήσεις, με τον ασθενή να κάθεται άνετα τουλάχιστον για πέντε λεπτά, με το χέρι του να στηρίζεται σε ένα τραπέζι, χωρίς να έχει καπνίσει ή να έχει πιει καφέ τα τελευταία τριάντα λεπτά.
Η αρτηριακή πίεση παρουσιάζει μικρή διαφορά μεταξύ των χεριών. Έτσι, αν ο γιατρός υποψιάζεται ότι έχουμε υπέρταση, θα μετρήσει την πίεση και στα δύο χέρια κατά την πρώτη επίσκεψη και μάλιστα δύο ή και τρεις φορές. Το χέρι που θα έχει τη μεγαλύτερη πίεση θα χρησιμοποιηθεί και για τις μελλοντικές μετρήσεις. Η πίεση επίσης λαμβάνεται σε όρθια και καθιστή θέση. Αν αυτές οι μετρήσεις δείξουν ότι έχουμε υπέρταση, τότε ο γιατρός θα ρωτήσει για το ιατρικό ιστορικό μας, θα μας εξετάσει και θα παραγγείλει κάποιες εργαστηριακές εξετάσεις.

Ποια είναι τα συμπτώματα της υπέρτασης;

Η υπέρταση συνήθως δεν προκαλεί συμπτώματα ή προειδοποιητικά σημεία, αντίθετα με ό,τι πιστεύει ο περισσότερος κόσμος. Συνήθως δε νιώθουμε την πίεση, ακόμα και όταν είναι ασυνήθιστα υψηλή. Λίγα άτομα μπορεί να έχουν συμπτώματα, όπως αδιαθεσία, πονοκέφαλο ή ρινορραγία, τα οποία μπορεί να υπάρχουν και σε άλλες παθολογικές καταστάσεις.
Έτσι η συντριπτική πλειοψηφία των υπερτασικών δεν γνωρίζει ότι έχει υψηλή αρτηριακή πίεση, εκτός αν τη μετρήσει τυχαία.

Ποιος πάσχει από υπέρταση;

Θεωρητικά θα μπορούσε να συμβεί στον καθένα. Πολλοί πιστεύουν ότι μόνο ο αγχώδης και νευρικός τύπος ανθρώπου πάσχει. Τα στοιχεία όμως δείχνουν ότι ακόμη και οι ήρεμοι άνθρωποι μπορεί να έχουν υπέρταση, η οποία τελικά θεωρείται μια συνηθισμένη ασθένεια.
Οι στατιστικές πάντως δείχνουν ότι οι ακόλουθες καταστάσεις συμβάλλουν με κάποιο τρόπο στην παρουσία ιδιοπαθούς υπέρτασης :

Το οικογενειακό ιστορικό.

Μερικές οικογένειες φαίνεται να πάσχουν σε μεγαλύτερη συχνότητα από υψηλή αρτηριακή πίεση. Αν και οι δύο γονείς έχουν υπέρταση, ο κίνδυνος να παρουσιάσουν και τα παιδιά τους είναι περίπου 50%.

Η ηλικία.

Η υπέρταση μπορεί να παρατηρηθεί σε οποιαδήποτε ηλικία, αλλά είναι  πιο συχνή στους ηλικιωμένους. Σχεδόν οι μισοί άνθρωποι πάνω από την ηλικία των 65 ετών έχουν υπέρταση, της οποίας η διάγνωση γίνεται συνήθως μεταξύ των 35 και των 50 ετών.

Το φύλο.

Πριν από την ηλικία των 50 ετών η υπέρταση παρουσιάζεται πιο συχνά στους άνδρες.
Η συχνότητα εμφάνισής της στις γυναίκες αλλάζει μετά την εμμηνόπαυση και μετά την ηλικία των 50 – 55 ετών πιο πολλές γυναίκες σε σχέση με τους άνδρες πάσχουν από υπέρταση.

Η φυλή.

Έχει παρατηρηθεί ότι η υπέρταση είναι πιο συχνή στη μαύρη φυλή απ’ ό,τι στη λευκή, για όλες τις ηλικίες μετά την εφηβεία. Επίσης, για ένα συγκεκριμένο επίπεδο υψηλής αρτηριακής πίεσης, μεγαλύτερες βλάβες συμβαίνουν στα άτομα της μαύρης φυλής απ’ ό,τι της λευκής.

Το σωματικό βάρος.

Η υψηλή αρτηριακή πίεση παρατηρείται συχνότερα σε παχύσαρκα άτομα, τα οποία αποτελούν πλέον το ένα τρίτο του πληθυσμού στις αναπτυγμένες χώρες.  Απώλεια σωματικού βάρους συνοδεύεται από πτώση της αρτηριακής πίεσης. Υπολογίζεται ότι στην ηλικία των 40 – 50 ετών οι παχύσαρκοι παρουσιάζουν πέντε φορές συχνότερα υπέρταση.

Το αλάτι.

Έχει βρεθεί ότι υπάρχει σχέση μεταξύ της υπέρτασης και της κατανάλωσης αλατιού. Ο μέτριος περιορισμός του αλατιού στη διατροφή μας αποδεδειγμένα μειώνει την αρτηριακή πίεση και οι άνθρωποι που έχουν την τάση να παρουσιάζουν υψηλή πίεση είναι πολύ πιθανόν να τη χειροτερεύουν τρώγοντας αλατισμένα φαγητά.

Το άγχος.

Το άγχος μπορεί να οδηγήσει σε επίμονη υπέρταση, αν και δεν παύουν να υπάρχουν αμφιβολίες από πολλούς επιστήμονες. Για να εμφανίσει κάποιος υπέρταση δεν έχει σημασία μόνο το μέγεθος του στρες στο οποίο εκτίθεται, αλλά και ο τρόπος που το αντιμετωπίζει.

Τα αντισυλληπτικά χάπια και η εγκυμοσύνη.

Τα αντισυλληπτικά αυξάνουν την αρτηριακή πίεση  σε μια μερίδα γυναικών, ιδιαίτερα σε εκείνες με αυξημένο σωματικό βάρος. Οι γυναίκες αυτές, εκτός του ότι πρέπει να ελέγχουν τακτικά την πίεσή τους, πρέπει να δοκιμάσουν άλλες μεθόδους αντισύλληψης μετά από συζήτηση με τον γιατρό τους και με κέντρα οικογενειακού προγραμματισμού.
Φυσιολογικά, η αρτηριακή πίεση πέφτει στους τρεις πρώτους μήνες της κύησης, ακόμη και σε γυναίκες που είναι υπερτασικές. Μπορεί να αυξηθεί όμως αργότερα, προς τους τελευταίους μήνες της εγκυμοσύνης. Η υπέρταση που εμφανίζεται κατά την εγκυμοσύνη είναι σοβαρό πρόβλημα για τη μητέρα και το έμβρυο και χρειάζεται σωστή παρακολούθηση και θεραπεία με φάρμακα, ιδίως τις εβδομάδες πριν από τον τοκετό. Μετά τον τοκετό συνήθως η πίεση επανέρχεται σε φυσιολογικά επίπεδα. Σε σοβαρές περιπτώσεις η έγκυος αναπτύσσει τοξιναιμία της κύησης, μια πολύ επικίνδυνη κατάσταση για τη ζωή της.
Πρέπει όμως να γίνει κατανοητό ότι η υπέρταση δεν αποτελεί αντένδειξη για τις γυναίκες που θέλουν να αποκτήσουν παιδί.

Άλλοι παράγοντες.

Άλλοι παράγοντες ή καταστάσεις που μπορεί να σχετίζονται με την αύξηση της αρτηριακής πίεσης είναι η μειωμένη σωματική άσκηση, η κατάχρηση αλκοόλ, ο σακχαρώδης διαβήτης, οι παθήσεις του θυρεοειδούς, το κάπνισμα κλπ.

Τι είναι η δοκιμασία (test) κόπωσης

Η δοκιμασία (test) κοπώσεως είναι μια ευρέως, αν όχι η πιο ευρέως, χρησιμοποιούμενη διαγνωστική δοκιμασία της καρδιολογίας. Έχει πολλές ενδείξεις εφαρμογής. Πιο συχνά όμως χρησιμοποιείται για να αποκαλύψει πιθανή στεφανιαία νόσο σε άτομα που μπορεί να έχουν ή όχι ενοχλήματα ή πολλούς παράγοντες κινδύνου για στεφανιαία νόσο (αρτηριακή υπέρταση, ψηλή χοληστερόλη, κάπνισμα, σακχαρώδη διαβήτη, θετικό οικογενειακό ιστορικό) ή αλλαγές στο ηλεκτροκαρδιογράφημά τους. Συχνά όμως χρησιμοποιείται και για παρακολούθηση ή καθορισμό της πρόγνωσης ασθενών που είναι ήδη γνωστοί στεφανιαίοι, υποβλήθηκαν σε αγγειοπλαστική ή εγχείρηση αορτοστεφανιαία παράκαμψης, και ο γιατρός επιθυμεί να δει αν η πορεία τους εξελισσεται ομαλά και αν δεν έχουν δημιουργηθεί σημαντικά αιμοδυναμικές στενώσεις.

Κατά τη δοκιμασία, ο εξεταζόμενος είναι προσδεδεμένος με ηλεκτρόδια που παρακολούθουν συνεχώς το ρυθμό και το καρδιογράφημά του. Συνίστατι σε ολοένα και πιο ταχύ περπάτημα του ασθενούς σε κυλιόμενο τάπητα με παράλληλη αύξηση της κλίσης του. (στάδια διάρκειας 3 λεπτών έκαστο, στο σύνηθες πρωτόκολλο εξέτασης) και η διάρκεια ποικίλλει και εξαρτάται τόσο από το πρωτόκολλο όσο και από τον ίδιο τον ασθενή.

Σκοπός της δοκιμασίας είναι να δημιουργηθεί αύξηση της καρδιακής συχνότητας του εξεταζομένου μέχρις ενός σημείου, με βάση την ηλικία του ασθενούς, και να παρατηρηθεί αν στο καρδιογράφημα δημιουργούνται αλλοιώσεις συμβατές με ισχαιμία.

Αναλόγως ευρημάτων ο εξεταζόμενος κατευθύνεται από το γιατρό του ως προς το τί πρέπει να πράξει.

 

Γράφει : Δρ. Κυριακός Γιάγκου

Αρχείο Αναρτήσεων