Καρδιολογικό Βήμα

Πρόληψη και θεραπεία καρδιοπαθειών

Οδηγίες για την αντιμετώπιση της παχυσαρκίας

ΚΑΤΕΥΘΥΝΤΗΡΙΕΣ ΟΔΗΓΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗ ΔΙΑΓΝΩΣΗ, ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΚΑΙ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ ΤΗΣ ΠΑΧΥΣΑΡΚΙΑΣ

Η παχυσαρκία ορίζεται ως η περίσσεια του λίπους στο σώμα και θεωρείται νόσος η οποία συνοδεύεται από σωματικές, ψυχολογικές και κοινωνικές επιπτώσεις στα πάσχοντα άτομα.

Στην κλινική πράξη, η εκτίμηση του σωματικού βάρους γίνεται με τη μέτρηση του Δείκτη Μάζας Σώματος (Body Mass Index: ΒΜΙ), ο οποίος είναι το πηλίκο του βάρους διά του ύψους στο τετράγωνο.

Δείκτης Μάζας Σώματος (ΒΜΙ)

Βάρος (kg)

ΒΜΙ = ------------------------

Ύψος2 (m2)

Τα όρια του ΒΜΙ βάσει της Παγκόσμιας Οργάνωσης Υγείας είναι:

Β Μ Ι

Κίνδυνος συν-νοσηρότητας

Ελλιποβαρής

<>

Χαμηλός (αλλά αυξημένος κίνδυνος άλλων κλινικών προβλημάτων)

«Φυσιολογικό» σωματικό βάρος

18,5 ? 24,9 kg/m2

Μέσος

Σωματικό υπέρβαρο

25,0 ? 29,9kg/m2

Αυξημένος

Παχυσαρκία βαθμού Ι

30,0 ? 34,9 kg/m2

Πολύ αυξημένος

Παχυσαρκία βαθμού ΙΙ

35,0 ? 39,9 kg/m2

Σοβαρός

Νοσογόνος παχυσαρκία βαθμού ΙΙΙ

>40 kg/m2

Πολύ σοβαρός

Ένας ενήλικος θεωρείται παχύσαρκος όταν ο ΒΜΙ είναι μεγαλύτερος από 30 kg/m2. Πάνω από το όριο αυτό, η αύξηση του λιιπώδους ιστού και κατ'επέκταση του σωματικού βάρους έχει βρεθεί ότι προκαλεί σημαντική αύξηση της νοσηρότητας και θνησιμότητας.

Όλα τα επιστημονικά δεδομένα συνηγορούν ότι η παχυσαρκία με κοιλιακή (σπλαχνική) κατανομή του λίπους συνοδεύεται από μεταβολικές και καρδιαγγειακές επιπλοκές. Η μέτρηση της περιμέτρου της μέσης ή το πηλίκο της περιμέτρου της μέσης προς την περίμετρο των ισχίων (WHR), είναι ένας απλός, αλλά εξαιρετικά χρήσιμος δείκτης (μέθοδος αξιολόγησης) της κατανομής του λίπους στην καθημερινή κλινική πράξη. Ο πίνακας που ακολουθεί δείχνει το σχετικό κίνδυνο.

Αυξημένος κίνδυνος

Πολύ αυξημένος κίνδυνος

Ανδρες (περίμετρος μέσης)

( W H R )

> 94 cm

> 0,85

> 102 cm

> 1,0

Γυναίκες (περίμετρος μέσης)

( W H R )

> 80 cm

> 0,70

> 88 cm

> 0,85

Στα παιδιά δεν υπάρχει συμφωνία για τον τρόπο ορισμού της παχυσαρκίας. Προτείνεται είτε η χρήση του ΒΜΙ, όπως στους ενήλικες, ή η 97η εκατοστιαία

θέση του ΒΜΙ για δεδομένο φύλο και ηλικία.

Στους ηλικιωμένους ( > 70 ετών) δεν υπάρχει κοινής αποδοχής ορισμός της παχυσαρκίας.

Επιδημιολογία -Μέγεθος του προβλήματος

Στον ελληνικό πληθυσμό δεν υπάρχουν επιδημιολογικές μελέτες για τη συχνότητα και τις επιπτώσεις της παχυσαρκίας. Στην Ευρώπη γενικά, στους ενήλικες, 10-20% των ανδρών και 15-25% των γυναικών είναι παχύσαρκοι και τα ποσοστά αυτά βαίνουν διαρκώς αυξανόμενα. Περίπου 35-45% των ανδρών και 25-35% των γυναικών έχουν σωματικό υπέρβαρο. Εντονότερο πρόβλημα παρουσιάζεται στις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης.

Τα αίτια της Παχυσαρκίας

1) Διατροφή

Η περίσσεια θερμίδων που προκαλεί αύξηση βάρους διαφέρει πάρα πολύ από άτομο σε άτομο.

Η κατανάλωση λίπους συμβάλλει κατά κύριο λόγο στην αυξημένη θερμιδική πρόσληψη.

Σημαντικό ρόλο στην αύξηση του βάρους παίζει ο αριθμός και η κατανομή των γευμάτων, καθώς και η λήψη τροφής εκτός των κύριων γευμάτων.

Οι διαταραχές διατροφικής συμπεριφοράς είναι συχνότερες στους παχύσαρκους (πχ η περιστασιακή ή επεισοδιακή υπερφαγία ή η νυκτερινή υπερφαγία).

Μία μέτρια αλλά συνεχής αύξηση των θερμίδων κάθε ημέρα (50-200 kcal) οδηγεί σε μία περίοδο 4-10 ετών σε αργή αλλά προοδευτική αύξηση του βάρους της τάξεως των 2-20 kg. Συνήθως η αύξηση του βάρους γίνεται στην περίοδο 20-40 ετών με τη μέγιστη αύξηση του βάρους στη μέση ηλικία.

2) Σωματική δραστηριότητα

Υπάρχει συσχέτιση μεταξύ παχυσαρκίας και καθιστικής ζωής όπως εκτιμάται από δείκτες όπως ο χρόνος μπροστά στην τηλεόραση.

Η σωματική άσκηση είναι ο μόνος τρόπος για να αυξηθεί φυσιολογικά η ενεργειακή κατανάλωση.

3) Γενετικοί παράγοντες

Από μελέτες σε διδύμους ή σε υιοθετημένα παιδιά προκύπτει ότι ο βαθμός κληρονομικότητας της ποσότητας του λιπώδους ιστού κυμαίνεται από 25-40%, ενώ του κοιλιακού (σπλαχνικού) λίπους στο 50%.

Η γενετική προδιάθεση συνεπάγεται τη μεγαλύτερη δυνατότητα ενός ατόμου να αυξήσει το βάρος του σε ένα μη ευνοϊκό περιβάλλον (κακή διατροφή, μειωμένη κινητικότητα).

Η παχυσαρκία πλην ελαχίστων εξαιρέσεων είναι πολυγονιδιακή και πολυπαραγοντική νόσος.

4) Οι ψυχολογικές, κοινωνικές και πολιτισμικές συνιστώσες

Δεν υπάρχει τυπική ψυχολογική εικόνα των παχυσάρκων, όμως ο ρόλος των ψυχολογικών παραγόντων, ειδικά της κατάθλιψης, στην εμφάνιση των διαταραχών της διατροφικής συμπεριφοράς είναι αναγνωρισμένος.

Ο τρόπος ζωής επηρεάζει τις διατροφικές συνήθειες και τη σωματική δραστηριότητα: η εκβιομηχάνιση και η αστυφιλία μειώνουν την ενεργειακή κατανάλωση. Η οργάνωση της σχολικής απασχόλησης αφήνει ελάχιστο χρόνο για σωματική δραστηριότητα, η εξέλιξη των τρόπων διατροφής κατευθύνεται προς μείωση της κατανάλωσης σύνθετων υδατανθράκων, λαχανικών και φρούτων και αύξηση των ζωικών λιπαρών στην τροφή.

Οι αλλαγές αυτές συμβάλλουν στην αυξημένη επίπτωση της παχυσαρκίας και πρέπει να αποτελούν κύριο στόχο της πρόληψης και θεραπείας.

5) Αλλα αίτια

Ενδοκρινικά αίτια όπως ο υποθυροειδισμός ή το σύνδρομο Cushing αποτελούν σπάνια αίτια παχυσαρκίας.

Η χορήγηση φαρμάκων όπως τα τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά, οι σουλφονυλουρίες και η θεραπεία με κορτικοστεροειδή μπορεί να συμμετέχουν στην αύξηση του βάρους.

Η διακοπή του καπνίσματος συνεπάγεται μία πτώση του μεταβολικού ρυθμού και αύξηση στην πρόσληψη τροφής. Για τον λόγο αυτό οι διαιτητικές συμβουλές και οι οδηγίες σωματικής δραστηριότητας είναι απαραίτητες στα άτομα που πρόκειται να διακόψουν το κάπνισμα.

Επιπλοκές

1. Νοσηρότητα:Οι επιπλοκές, ιδίως οι καρδιαγγειακές, αυξάνουν παράλληλα με το ΒΜΙ και γίνονται επικίνδυνες όταν ο ΒΜΙ ξεπερνάει το

30 kg/m2. Ορισμένες επιπλοκές όπως ο σακχαρώδης διαβήτης, έχουν άμεση σχέση με την παχυσαρκία, ενώ άλλες όπως ορισμένοι καρκίνοι, έμμεση.

Οι κυριώτερες επιπλοκές είναι:

Καρδιαγγειακές:

Στεφανιαία νόσος, αρτηριακή υπέρταση, ισχαιμικό εγκεφαλικό επεισόδιο,θρομβοφλεβίτιδα, πνευμονική εμβολή, αριστερή και δεξιά καρδιακή ανεπάρκεια

Μεταβολικές:

Υπερινσουλιναιμία, αντίσαταση στην ινσουλίνη, σακχαρώδης

διαβήτης τύπου ΙΙ, δυσλιπιδαιμία (αύξηση τριγλυκεριδίων, ελάττωση HDL-χοληστερόλης,μικρές πυκνές LDL), υπερουριχαιμία, διαταραχές

αιμόστασης

Αναπνευστικές:

Αναπνευστική ανεπάρκεια, σύνδρομο άπνοιας κατά τον ύπνο, κυψελιδικός υποαερισμός, πνευμονική υπέρταση

Μυοσκελετικές:

Οστεοαρθρίτιδα γονάτων, οσφυαλγία, ουρική αρθρίτιδα

Πεπτικού:

Χολολιθίαση, λιπώδης διήθηση ήπατος, γαστροοισοφαγική παλινδρόμηση

Καρκίνοι:

(Ανδρες) Προστάτη, παχέος εντέρου, χοληφόρων

(Γυναίκες) Ενδομητρίου, τραχήλου μήτρας, ωοθηκών, μαστού, παχέος εντέρου, χοληφόρων

Ενδοκρινικές:

(Ανδρες) Υπογοναδισμός (σε νοσογόνο κοιλιακή παχυσαρκία)

(Γυναίκες) Ανωορρηκτικοί κύκλοι, υπογονιμότητα, υπερανδρογοναιμία

Δερματολογικές:

Υπεριδρωσία, μυκητιάσεις, λεμφοίδημα, οιδήματα κάτω άκρων

Νεφρολογικές:

Πρωτεϊνουρία, νεφροσκλήρυνση

Ψυχο-κοινωνικές:

Διαταραχή στην ποιότητα ζωής, κοινωνικός στιγματισμός και προκατάληψη, διαταραχή της εικόνας του σώματος

Αλλες:

Καλοήθης ενδοκράνια υπέρταση, μαιευτικές επιπλοκές, κίνδυνοι κατά και μετά τη χορήγηση αναισθησίας, μετεγχειρητικές επιπλοκές.

Όμως η αύξηση του σωματικού βάρους ελαττώνει τον κίνδυνο οστεοπόρωσης.

2. Θνησιμότητα:η θνησιμότητα αυξάνει όταν ο ΒΜΙ ξεπερνάει το 30 kg/m2, ενώ η χαμηλότερη θνησιμότητα παρατηρείται όταν ο ΒΜΙ είναι μεταξύ 18 και 25 kg/m2. Η σχέση ΒΜΙ και θνησιμότητας επηρεάζεται άμεσα από την ύπαρξη διαβήτη, αρτηριακής υπέρτασης και δυσλιπιδαιμίας.

Στην γυναικείου τύπου παχυσαρκία ( η οποία χαρακτηρίζεται από αυξημένη συγκέντρωση λίπους στους μηρούς και τους γλουτούς) χωρίς άλλους παράγοντες κινδύνου, η θνησιμότητα δεν είναι ιδιαίτερα αυξημένη.

Πρόληψη στον γενικό πληθυσμό

Ενέργειες προς αυτή την κατεύθυνση είναι απαραίτητες λόγω της σημασίας συμπεριφορολογικών και περιβαλλοντολογικών παραγόντων στην παχυσαρκία και των αυξανόμενων επιπτώσεών της στα παιδιά και τους ενήλικες.

Πρέπει να είναι επικεντρωμένες:

στην προβολή της σωματικής δραστηριότητας στην καθημερινή ζωή στη διατροφική πληροφόρηση που αποσκοπεί στη μείωση της υπερβολικής θερμιδικής πρόσληψης εξαιτίας κυρίως της θερμιδικής πυκνότητας των τροφών (τροφές πλούσιες σε λίπος).

Πρέπει να στηρίζονται στην διατροφική εκπαίδευση στο σχολείο και να στοχεύουν ειδικά σε τομείς του πληθυσμού που επιδεικνύουν αυξημένη συχνότητα παχυσαρκίας (νέοι, χαμηλά κοινωνικά στρώματα).

Συνιστάται η καταπολέμηση κάθε ψευδούς και απατηλής διαφήμισης που σχετίζεται με την απώλεια του βάρους. Συνιστάται επίσης η εφαρμογή κώδικα καλής συμπεριφοράς της βιομηχανίας παρασκευής και διάθεσης τροφίμων στον τομέα της διατροφικής πληροφόρησης, ιδιαίτερα όταν απευθύνεται σε παιδιά και εφήβους, καθώς και η βελτίωση της επισήμανσης των προϊόντων ώστε να καθίστανται κατανοητές και ευδιάκριτες από τους καταναλωτές.

Πρόληψη σε άτομα υψηλού κινδύνου

Άτομα με παχύσαρκους συγγενείς πρώτου βαθμού, παιδιά με πρόωρη παχυσαρκία (πριν την ηλικία των 6 ετών).

Καταστάσεις που ευνοούν την αύξηση βάρους όπως διακοπή του καπνίσματος, διακοπή σωματικής δραστηριότητας και αθλητισμού, φαρμακευτική αγωγή (νευροληπτικά, αντικαταθλιπτικά, αντιεπιληπτικά, κορτικοειδή, οιστρογόνα, προγεστερινοειδή), ενδοκρινικές νόσοι (υποθυρεοειδισμός, σύνδρομο Cushing), αλλαγή επαγγέλματος και στέγης, εγκυμοσύνη, εμμηνόπαυση, περίοδοι ψυχολογικής ή κοινωνικής εξασθένησης.

Ατομα με γρήγορη αύξηση βάρους ( > 5% του συνήθους βάρους τους).

Ατομα που εμφανίζουν ή έχουν προδιάθεση να εμφανίσουν μία νόσο που επιδεινώνεται από την αύξηση βάρους (πχ σακχαρώδη διαβήτη, αρτηριακή υπέρταση).

Στόχοι της θεραπείας

1) Σφαιρική θεραπευτική αντιμετώπιση

Η θεραπεία των επιπλοκών είναι πρωταρχικός στόχος ανεξάρτητα από την εξέλιξη του βάρους. Πρέπει να επιμείνουμε στη θεραπεία της υπέρτασης, του σακχαρώδη διαβήτη, των δυσλιπιδαιμιών, των αναπνευστικών επιπλοκών (σύνδρομο άπνοιας ύπνου), των καρδιαγγειακών (καρδιακή ή στεφανιαία ανεπάρκεια), λαμβάνοντας υπόψη και τους ψυχολογικούς και κοινωνικούς παράγοντες. Για μερικούς ασθενείς για τους οποίους η παχυσαρκία συνιστά κυρίως πηγή ψυχολογικών και όχι σωματικών προβλημάτων, πρέπει να δοθεί προτεραιότητα στη αποκατάσταση της αυτοεκτίμησης και της εικόνας του σώματος, όπως και στη μάχη κατά της κοινωνικής απόρριψης.

2) Το βάρος στόχος πρέπει να είναι ρεαλιστικό και εξατομικευμένο

Υπάρχουν φυσιολογικά και ψυχολογικά όρια που διαφέρουν από άτομο σε άτομο.

Αντικειμενικός σκοπός πρέπει να είναι η διατήρηση της απώλειας βάρους

επί μακρόν και εάν είναι δυνατόν, δια βίου.

Πρακτικά, στην πλειονότητα, μία απώλεια 5 ? 15% του αρχικού βάρους αποτελεί ένα ρεαλιστικό στόχο και βελτιώνει την υγεία. Απώλεια 20% και άνω πρέπει να επιδιώκεται εάν αυτή δεν επηρεάζει την διατροφική, σωματική, ψυχολογική και κοινωνική ισορροπία του ατόμου.

Η ελάττωση του βάρους σε υπέρβαρα άτομα ή άτομα με παχυσαρκία βελτιώνει πολλές παραμέτρους. Για παράδειγμα η μείωση κατά 10 kg έχει τα εξής αποτελέσματα:

----------------------------------------------------

Θνητότητα

: > 20% ελάττωση στη συνολική θνητότητα

: > 30% ελάττωση στους σχετιζόμενους με το διαβήτη

θανάτους

: > 40% ελάττωση στους σχετιζόμενους με τη παχυσαρκία θανάτους από καρκίνο

Αρτηριακή πίεση

: ελάττωση κατά 10 mmHg της συστολικής ΑΠ

: ελάττωση κατά 20 mmHg της διαστολικής ΑΠ

Σακχαρώδης Διαβήτης

: ελάττωση κατά 50% της γλυκόζης νηστείας

Λιπίδια

: ελάττωση κατά 10% της ολικής χοληστερόλης

: ελάττωση κατά 15% της LDL

: ελάττωση κατά 30% των τριγλυκεριδίων

: αύξηση κατά 8% της HDL

-----------------------------------------------------

Η μείωση του βάρους κατά 5-10 kg βελτιώνει τα συμπτώματα από το μυοσκελετικό (οσφυαλγία, αρθραλγίες), από το αναπνευστικό και μειώνει τη συχνότητα των επεισοδίων άπνοιας του ύπνου.

Μελέτες διάρκειας λίγων εβδομάδων δείχνουν ότι για κάθε 1% μείωση του βάρους παρατηρείται πτώση κατά 1 mmHg της συστολικής και 2 mmHg της διαστολικής αρτηριακής πίεσης.

Η ευαισθησία στην ινσουλίνη και η διαταραχή στην ανοχή της γλυκόζης βελτιώνονται με την απώλεια βάρους. Σε ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη η μείωση του βάρους κατά 10-20 kg μπορεί να επιφέρει σαν αποτέλεσμα φυσιολογικά επίπεδα γλυκόζης. Εν τούτοις σημαντικά ωφέλη προκύπτουν στα διαβητικά άτομα και με απώλεια βάρους 3-8 kg.

Οι διαταραχές των λιπιδίων του αίματος που συνοδεύουν την παχυσαρκία κυρίως υψηλά τριγλυκερίδια, υψηλή ολική χοληστερόλη και χαμηλή HDL χοληστερόλη, συνήθως αποκαθίστανται μετά από μέτρια απώλεια βάρους. Απώλεια 1 κιλού σωματικού βάρους συνεπάγεται ελάττωση της LDL χοληστερόλης κατά 1%. Τα τριγλυκερίδια και η HDL χοληστερόλη δείχνουν τις πιό αξιοσημείωτες αλλαγές στην απώλεια βάρους, σε άτομα με υψηλό WHR (σπλαχνική παχυσαρκία).

Ο έλεγχος του βάρους στη διάρκεια της κύησης είναι σημαντικός. Γυναίκες που είναι υπέρβαρες ή παχύσαρκες πριν από την εγκυμοσύνη, και δεν προσθέσουν άλλο βάρος στη διάρκεια της κύησης φαίνεται να αποκτούν υγιή παιδιά. Γενικά, πρέπει να δίνονται συμβουλές αύξησης του βάρους κατά

6-8 kg αντί του συνήθους 12 kg. Απώλεια βάρους πρέπει να αποφεύγεται στο διάστημα της σύλληψης και στη διάρκεια της εγκυμοσύνης.

Υπάρχουν δύο μειονεκτήματα από την απώλεια βάρους που έχουν επισημανθεί από προοπτικές μελέτες :

α) Οι γυναίκες οι οποίες έχασαν βάρος, έχουν αυξημένο κίνδυνο για ανάπτυξη χολολιθίασης

β) Η πυκνότητα των οστών είναι αυξημένη στα παχύσαρκα άτομα και ελαττώνεται με την απώλεια βάρους.

Σε μερικές περιπτώσεις, ο μόνος λογικός και εφικτός στόχος έγκειται στην αποφυγή μιάς επιδείνωσης της παχυσαρκίας, ιδίως όταν υπάρχουν ισχυρές βιολογικές αντιστάσεις και κακή ανοχή της διατροφικής στέρησης.

Αντιμετώπιση της Παχυσαρκίας

Συνδυασμός θεραπευτικών μέτρων πάντοτε.

1) Σωματική δραστηριότητα

Συνιστάται μία διαρκής, μέτριας έντασης, επαναλαμβανόμενη σωματική δραστηριότητα, όχι μόνο για το μακροπρόθεσμο έλεγχο του βάρους, αλλά και για τη βελτίωση των μεταβολικών επιπλοκών. Κατά πρώτο λόγο συνιστάται η αύξηση της σωματικής δραστηριότητας στην καθημερινή ζωή και τον ελεύθερο χρόνο (περπάτημα με σταθερό βήμα αντί για μετακίνηση με αυτοκίνητο, σκάλες αντί για ασανσέρ κλπ). Μπορεί να συμπληρωθεί με προγραμματισμένη δραστηριότητα δύο έως τρείς φορές την εβδομάδα. Η απουσία τακτικής σωματικής δραστηριότητας είναι κακός προγνωστικός παράγοντας για τη διατήρηση του βάρους.

2) Αλλαγή τρόπου διατροφής

Στην πλειοψηφία πρόκειται για διόρθωση της υπερβολικής ενεργειακής πρόσληψης, αλλά και της ποιότητας της τροφής. Στόχος είναι η βοήθεια του ασθενούς έτσι ώστε να βρεί μια διατροφική ισορροπία.

Συνιστάται να βοηθηθεί ο πάσχων α) να εκτιμά τη διατροφική του πρόσληψη, γνωρίζοντας το ενεργειακό περιεχόμενο των τροφών, β) να αναλύει τη σημασία των ενδιάμεσων γευμάτων και των καταστάσεων που τις προκαλούν: η τήρηση διατροφικού ημερολογίου είναι ένα χρήσιμο εργαλείο.

Απαραίτητη προϋπόθεση είναι η θεραπεία των διαταραχών της διατροφικής συμπεριφοράς, διότι η παροξυσμική υπερφαγία, η νυκτερινή υπερφαγία και τα συχνά ενδιάμεσα γεύματα, είναι πηγές σημαντικής θερμιδικής πρόσληψης και ο έλεγχός τους μπορεί να είναι αρκετός για τη μείωση του υπερβάλλοντος βάρους.

Η χορήγηση υποθερμιδικής δίαιτας πρέπει να λαμβάνει υπόψη τις ατομικές διατροφικές συνήθειες και να μην περιλαμβάνει μεγάλες στερήσεις. Ελαφρώς υποθερμιδικές δίαιτες έχουν καλύτερα μακροπρόθεσμα αποτελέσματα, λιγότερες παρενέργειες και επιτρέπουν ποικιλία στη διατροφή και καλύτερη κοινωνική ζωή. Πρακτικά, η διαιτητική προσέγγιση συνιστάται σε μείωση κατά 15-30% της λήψης τροφής ή η πρόσληψη περίπου των 2/3 της ημερήσιας ενεργειακής δαπάνης όπως αυτή υπολογίστηκε από την ηλικία, το φύλο, το βάρος και το σύνηθες επίπεδο σωματικής δραστηριότητας.

Δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται σε τακτική και μακροπρόθεσμη βάση δίαιτες χαμηλών ή πολύ χαμηλών θερμίδων.

3) Τροποποίηση συμπεριφοράς

Ο ενεργός αυτοέλεγχος της διατροφικής συμπεριφοράς και της σωματικής δραστηριότητας είναι το κύριο σημείο αυτής της θεραπευτικής προσέγγισης, η οποία στηρίζεται στις μεθόδους ελέγχου των ερεθισμάτων, τη θετική ενδυνάμωση του ατόμου και την αναζήτηση οικογενειακής και κοινωνικής υποστήριξης.

Η ψυχολογική υποστήριξη αποτελεί απαραίτητο τμήμα της θεραπείας συμπεριφοράς, ιδίως όταν το αίτημα του ασθενούς για απώλεια βάρους

δεν είναι παραγματικό και οφείλεται σε ψυχικά αίτια.

Ψυχοθεραπεία ενδείκνυται σε περιπτώσεις κατάθλιψης, διαταραχής της εικόνας του σώματος και όταν οι διαταραχές της διατροφικής συμπεριφοράς σχετίζονται με ψυχολογικά προβλήματα.

4) Τακτική παρακολούθηση

Η παρακολούθηση πρέπει να εξατομικεύεται. Σύμφωνα με διάφορες μελέτες ή τακτική παρακολούθηση (περίπου κάθε μήνα) συμβάλλει στην πρόληψη των υποτροπών.

5) Φαρμακευτική αγωγή

Φάρμακα χορηγούνται μόνο επί αποτυχίας των προηγούμενων μέτρων και σε ασθενείς με ΒΜΙ πάνω από 30 kg/m2 ή σε ασθενείς με ΒΜΙ πάνω από

25 kg/m2 που εμφανίζουν επιπλοκές ή αυξημένο κίνδυνο νοσηρότητας λόγω του αυξημένου σωματικού βάρους. Κύριος στόχος είναι η βοήθεια για μακρόχρονη διατήρηση του βάρους. Μόνο φάρμακα αποδεδειγμένης αποτελεσματικότητας και ανοχής πρέπει να χρησιμοποιούνται, συνέχιση

δε της θεραπείας πέραν του τριμήνου πρέπει να γίνεται μόνο στους ασθενείς που ανταποκρίνονται θετικά σ'αυτήν. Πρέπει να εφαρμόζεται φαρμακευτική θεραπεία για την αντιμετώπιση των διαφόρων επιπλοκών, εφόσον αυτές επιμένουν παρά τη δίαιτα και τη σωματική δραστηριότητα (πχ διαβήτης, δυσλιπιδαιμίες, υπέρταση).

6) Χειρουργική θεραπεία

Θεωρείται κατ'εξαίρεση θεραπευτική προσέγγιση και συστήνεται με τη σύμφωνη γνώμη του ειδικού, μετά από σωστή ιατρική παρακολούθηση τουλάχιστον ενός έτους η οποία περιλαμβάνει ψυχολογική αντιμετώπιση και τροποποίηση συμπεριφοράς, πολύπλευρη προσέγγιση και αντιμετώπιση ψυχολογικών δυσχερειών. Εφαρμόζεται μόνο σε νοσογόνο παχυσαρκία

(ΒΜΙ > 40 kg/m2) η οποία ανθίσταται στη συμβατική θεραπεία και προκαλεί σημαντικές, μη ελεγχόμενες επιπλοκές.

Η προεγχειρητική εκτίμηση

γίνεται από εξειδικευμένη ομάδα ιατρών (διατροφολόγου, ψυχιάτρου, χειρουργού, αναισθησιολόγου) σε συνεργασία με τον θεράποντα ιατρό

λαμβάνει υπόψη της τις σωματικές, ψυχολογικές και κοινωνικές επιπλοκές

συντελεί ώστε να αποκλεισθούν άτομα με αντενδείξεις για επέμβαση (ψυχολογικές, καρδιαγγειακές, αναισθησιολογικές, πεπτικές) και να υπολογισθούν οι κίνδυνοι κατά την επέμβαση (αναπνευστικοί, καρδιαγγειακοί)

λαμβάνει υπόψη το κίνητρο του ασθενούς (προγνωστικός παράγοντας)

Η ιατρική παρακολούθηση δια βίου είναι απαραίτητη για τον εντοπισμό των επιπλοκών της μεθόδου.

7) Πλαστική και επανορθωτική χειρουργική

Η επανορθωτική χειρουργική είναι απαραίτητη για την αφαίρεση του υπερβάλλοντος υποδόριου λιπώδους ιστού όταν προκαλεί μηχανικά προβλήματα (δυσμορφία) και έχει ψυχολογικές επιπτώσεις. Δεν αποτελεί όμως θεραπευτική αντιμετώπιση της παχυσαρκίας.

Θεραπευτικές Στρατηγικές

1) Η θεραπεία της παχυσαρκίας πρέπει να είναι έγκαιρη, εάν είναι δυνατόν στο στάδιο της δημιουργίας του υπερβολικού βάρους.

2) Σε άτομα με ΒΜΙ μεταξύ 25 και 29,9 kg/m2 χωρίς επιπλοκές, ο στόχος πρέπει να είναι οι διαιτητικές συστάσεις, η σωματική δραστηριότητα και η τροποποίηση συμπεριφοράς. Απώλεια βάρους συνιστάται εάν υπάρχουν κοιλιακή παχυσαρκία, παράγοντες καρδιαγγειακού κινδύνου, άλλη νόσος της οποίας η εξέλιξη επηρεάζεται από το επιπλέον βάρος ή ακόμη εάν το επιπλέον βάρος δεν είναι καλώς ανεκτό.

3) Σε άτομα με ΒΜΙ > 30 kg/m2 αντικειμενικός στόχος είναι η απώλεια βάρους, η μακροπρόθεσμη σταθεροποίηση του βάρους, η πρόληψη και θεραπεία των επιπλοκών.

Η παχυσαρκία χρειάζεται διαιτητικές συμβουλές και αύξηση της σωματικής δραστηριότητας. Μπορεί να προταθεί τροποποίηση συμπεριφοράς όταν υπάρχει δυσκολία στην εφαρμογή των ανωτέρω μέτρων. Αν οι επιπλοκές είναι απειλητικές και δεν ελέγχονται από ειδικά μέτρα, μπορεί να εξετασθεί το ενδεχόμενο φαρμακευτικής αγωγής.

4) Η κακοήθης ή νοσογόνος παχυσαρκία (ΒΜΙ >40 kg/m2) χρειάζεται ειδική αγωγή σε συνεργασία με τον θεράποντα ιατρό.

5) Τα παχύσαρκα άτομα πρέπει να αντιμετωπίζονται στα πρωτοβάθμια κέντρα περίθαλψης, στο εξωτερικό ιατρείο του νοσοκομείου, είτε σε ειδικά ιατρεία Παχυσαρκίας/Διατροφής/Μεταβολισμού. Για την πρώτη εκτίμηση της παχυσαρκίας, εκτός από λήψη πλήρους ιστορικού σωματικού βάρους καθώς και καταγραφής διαιτητικών συνηθειών, πρέπει να γίνονται τα εξής:

Μέτρηση του βάρους και του ύψους

Μέτρηση περιμέτρου κοιλίας ή WHR

Καταγραφή καπνίσματος

Καταγραφή φαρμάκων που επηρεάζουν το βάρος

Μέτρηση ΑΠ

Γενική ούρων

Μέτρηση τρανσαμινασών και γGT

Μέτρηση λιπιδίων (ιδίως όταν υπάρχει ατομικό ή κληρονομικό ιστορικό στεφανιαίας νόσου, σακχαρώδους διαβήτη ή υπέρτασης)

Μέτρηση TSH

Μέτρηση γλυκόζης αίματος σε δείγμα νηστείας ή τυχαίο

6) Η διακοπή του καπνίσματος πρέπει να είναι η πρώτη προτεραιότητα από ότι η απώλεια βάρους στα παχύσαρκα άτομα.

7) Στην αντιμετώπιση της παχυσαρκίας θα πρέπει να δίνεται έμφαση στη μέτρια απώλεια βάρους και στη διατήρησή του βάρους, και όχι στην επιστροφή στο «ιδανικό» ή «φυσιολογικό» βάρος. Συνήθως πρόγραμμα απώλειας βάρους 12 εβδομάδων πρέπει να ακολουθείται από πρόγραμμα διατήρησης του βάρους διάρκειας 12 εβδομάδων.

8) Η / Ο σύντροφος του παχύσαρκου πρέπει να συμμετέχει στις διατροφικές αλλαγές.

9) Πρέπει να εφαρμόζονται τεχνικές τροποποίησης της συμπεριφοράς

10) Αυστηρές υποθερμιδικές δίαιτες πρέπει να γίνονται μόνο σε ειδικά κέντρα, σε εξατομικευμένες περιπτώσεις για μικρό χρονικό διάστημα και πάντοτε υπό ιατρική παρακολούθηση.

11) Πρέπει να τονίζονται οι γενικές οδηγίες υγιεινής διατροφής:

Κατανάλωση φρούτων, λαχανικών και φυτικών ινών

Ελάττωση του λίπους και ιδίως του ζωικού λίπους

Ελάττωση κατανάλωσης ζάχαρης

Ελάττωση κατανάλωσης αλατιού

Παιδική Παχυσαρκία

Συνιστάται:

Αξιολόγηση των τιμών του βάρους και του ΒΜΙ σε σχέση με την ηλικία (ειδικές καμπύλες βιβλιαρίου υγείας)

Να λαμβάνεται υπόψη η πρόωρη παχυσαρκία (πριν από τον 6ο χρόνο ζωής) και η γρήγορη μετατόπιση στις καμπύλες των εκατοστιαίων θέσεων (πχ το πέρασμα από την 60η στην 90η εκ. θέση), γεγονότα που αποτελούν δείκτες κινδύνου ανάπτυξης παχυσαρκίας και απαιτούν ιατρική επέμβαση.

Να μη θεραπεύεται το υπερβάλλον βάρος πριν την ηλικία των 3 ετών.

Δράση εναντίον ενός τρόπου ζωής που χαρακτηρίζεται από καθιστική ζωή και πρόσληψη τροφής εκτός κυρίων γευμάτων (χρόνος μπροστά στην τηλεόραση, μετακινήσεις, καθημερινές μικροδραστηριότητες, απουσία δομημένων γευμάτων της οικογένειας).

Ήπια μείωση της ενεργειακής πρόσληψης για να είναι εξασφαλισμένες οι ανάγκες της ανάπτυξης και αποφυγή των ανεπιθύμητων ενεργειών της διατροφικής στέρησης.

Αγώνας κατά της περιθωριοποίησης του παχύσαρκου παιδιού.

Συμμετοχή και ουσιαστική συμβολή της οικογένειας.

Η αυξημένη επίπτωση της παιδικής παχυσαρκίας απαιτεί επιδημιολογικές και κλινικές έρευνες.

Πρόσβαση του Παχύσαρκου στο Σύστημα Υγείας

1) Για τη βελτίωση της πρόσβασης στο σύστημα υγείας συνιστάται:

μάχη κατά της αρνητικής στάσης του κοινού και του προσωπικού υγείας προς τους παχυσάρκους

να θεωρηθεί η παχυσαρκία ως σημαντικό πρόβλημα δημόσιας υγείας, λόγω των σημαντικών επιπλοκών και της αυξανόμενης επίπτωσής της.

ανάπτυξη ειδικών ιατρείων για αξιολόγηση και θεραπεία της παχυσαρκίας, ιδιαίτερα δε για τα άτομα με οικονομικές και κοινωνικές δυσκολίες

να θεωρηθεί η νοσογόνος ή κακοήθης παχυσαρκία ως μακροχρόνια νόσος-αναπηρία, χωρίς συμμετοχή του ασφαλισμένου στις δαπάνες υγείας.

2) Για τη βελτίωση της θεραπείας της παχυσαρκίας συνιστάται:

Να καταστεί εμφανής ο ρόλος των γιατρών. Ο θεράπων (οικογενειακός) γιατρός και παιδίατρος έχουν πρωταρχικό ρόλο στη διάγνωση της παχυσαρκίας και των επιπλοκών της, στον ορισμό στόχων και την θέσπιση των πρώτων θεραπευτικών μέτρων. Ο ειδικός γιατρός έχει ως αντικείμενο την θεραπεία της απλής και νοσογόνου παχυσαρκίας, των σημαντικών διαταραχών της διατροφικής συμπεριφοράς και της παχυσαρκίας που ανθίσταται στα πρώτα θεραπευτικά μέτρα. Συχνά απαιτείται προσέγγιση ομάδας στη διάγνωση και θεραπεία ειδικών επιπλοκών (σύνδρομο άπνοιας ύπνου, καρδιαγγειακές επιπλοκές).

Η εκπαίδευση και ανάδειξη ειδικών γιατρών που ασχολούνται με την παχυσαρκία και τα νοσήματα της διατροφής. Οι γιατροί αυτοί μετά την απόκτηση κύριας ειδικότητας (παθολογία, παιδιατρική, ενδοκρινολογία) πρέπει να εξειδικεύονται περαιτέρω στην παχυσαρκία και τα νοσήματα διατροφής.

3) Για την ανάπτυξη της πρόληψης συνιστάται:

η συνεισφορά γενικών ιατρών, παιδιάτρων, σχολιάτρων, ιατρών εργασίας στην αναγνώριση ατόμων με προδιάθεση ή έκδηλη παχυσαρκία ανάπτυξη της εκπαίδευσης στη διατροφή και τα νοσήματα που σχετίζονται με αυτήν, τόσο κατά τη διάρκεια των ιατρικών και παραϊατρικών σπουδών, όσο και στο πλαίσιο της συνεχιζόμενης εκπαίδευσης.

http://www.haso.gr/odigies/odigies.html

Αρχείο Αναρτήσεων