Καρδιολογικό Βήμα

Πρόληψη και θεραπεία καρδιοπαθειών

Τι έδειξε έρευνα για τις αγγειοπλαστικές

Ελάχιστοι έχουν επιπλοκές
Ενθαρρυντικά είναι τα αποτελέσματα της έρευνας που διενεργήθηκε με τη συμμετοχή 338 ασθενών που είχαν υποβληθεί σε αγγειοπλαστική επέμβαση τους προηγούμενους μήνες στο Νοσοκομείο Λευκωσίας.
Σημαντικά αλλά ταυτόχρονα και ενθαρρυντικά θεωρούν οι γιατροί του Εργαστηρίου Επεμβατικής Καρδιολογίας του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας, τα αποτελέσματα μεγάλης έρευνας που διενήργησαν με τη συμμετοχή 338 ασθενών που είχαν υποβληθεί πριν από περίπου ένα χρόνο, σε αγγειοπλαστική επέμβαση στο Εργαστήριο.
Σύμφωνα με τα αποτελέσματα μόνο ένα πολύ μικρό ποσοστό των ασθενών που υποβλήθηκε σε αγγειοπλαστική επέμβαση παρουσίασε επιπλοκές, ενώ επίσης τα ποσοστά των ασθενών που παρουσίασαν επαναστένωση των αρτηριών τους μετά την επέμβαση είναι πολύ χαμηλά και μάλιστα έως και 2-3 φορές πιο χαμηλά από τα ποσοστά που καταγράφονται διεθνώς.

Η μελέτηΌπως ανέφερε χθες στον "Π" ο επεμβατικός-καρδιολόγος, δρ Γεώργιος Γεωργίου, ο οποίος πρόκειται να παρουσιάσει επίσημα τα αποτελέσματα της έρευνας την ερχόμενη Πέμπτη στο Πανελλήνιο Καρδιολογικό Συνέδριο που θα γίνει στην Αθήνα, τα αποτελέσματά της προκάλεσαν έκπληξη ακόμα και στους ίδιους τους γιατρούς. Ο δρ Γεωργίου εξήγησε ότι μέσω της έρευνας, μελετήθηκε: η κατάσταση της υγείας των ασθενών από το πρώτο 24ωρο που υποβλήθηκαν στην αγγειοπλαστική επέμβαση έως και τους δώδεκα μήνες που ακολούθησαν αυτής (σ.σ. δηλαδή εάν παρουσιάσαν επιπλοκές, ενοχλήσεις κτλ.), εάν τα φαρμακευτικά στεντ υπερέχουν των στεντ που δεν είναι επικαλυμμένα με φάρμακο και το αντίστροφο, τι είδους στεντ πρέπει να επιλέγεται ανάλογα με την περίπτωση του κάθε ασθενούς, εάν οι ασθενείς που χρειάσθηκαν αγγειοπλαστική επέμβαση αντιμετώπιζαν και άλλα προβλήματα υγείας ταυτόχρονα κτλ. Όπως εξήγησε ο δρ Γεωργίου, για τους σκοπούς της έρευνας, αρχικά έγινε μελέτη των ιατρικών φακέλων των ασθενών, και στην πορεία οι ασθενείς κλήθηκαν να απαντήσουν σε διάφορες ερωτήσεις, μέσω του τηλεφώνου.

Ελπιδοφόρα αποτελέσματα
"Οι επιπλοκές που παρουσιάζαν οι ασθενείς ήταν πάρα πολύ λίγες. Δεν καταγράφηκε κανένας θάνατος εντός του Εργαστηρίου. Μόνο λίγα επεισόδια είχαμε ασθενών, των οποίων επηρεάστηκε η νεφρική λειτουργία μετά την χορήγηση του σκιαγραφικού υγρού (σ.σ. χορηγείται στους ασθενείς πριν την αγγειοπλαστική επέμβαση για να φαίνεται πού υπάρχουν κλειστές αρτηρίες)", ανέφερε στον "Π" ο δρ Γεωργίου, αναλύοντας τα αποτελέσματα της μελέτης. Σχετικά με τους ασθενείς που παρουσίασαν νεφροπάθεια μετά την χορήγηση του φαρμάκου επεσήμανε ότι στην πορεία δεν προέκυψε ευτυχώς ανάγκη για αιμοκάθαρση. Όπως εξήγησε, σύμφωνα με διεθνείς στατιστικές μελέτες, ένα ποσοστό 2% των ασθενών έχει πιθανότητα να παρουσιάσει νεφροπάθεια μετά την χορήγηση του υγρού. "Στο Εργαστήριο, σύμφωνα με τα αποτελέσματα της μελέτης, το ποσοστό που παρουσίασε τέτοιες επιπλοκές είναι κάτω του 1%", είπε, και εξήγησε παράλληλα ότι ένας σημαντικός παράγοντας των μειωμένων ποσοστών νεφρικών επιπλοκών, οφείλεται στην προετοιμασία που γίνεται πριν την αγγειοπλαστική επέμβαση, με την χορήγηση στους ασθενείς κάποιων φαρμάκων.

Επαναστένωση των αρτηριών
Σε ότι αφορά, τα ποσοστά επαναστένωσης των αρτηριών στο διάστημα 12 μηνών μετά την επέμβαση, ο δρ Γεωργίου επεσήμανε ότι η έρευνα κατέδειξε πολύ χαμηλά ποσοστά. Σχετικά εξήγησε ότι οι ασθενείς χωρίστηκαν σε δύο ομάδες. Στην μία ομάδα (46%) ήταν οι ασθενείς στους οποίους τοποθετήθηκε για το άνοιγμα της αρτηρίας τους στεντ με φάρμακο, και στη δεύτερη ομάδα (54%) ήταν οι ασθενείς στους οποίους τοποθετήθηκε μη επικαλλυμμένο με φάρμακο στεντ. Όπως ανέφερε ο δρ Γεωργίου αυτό που διερευνήθηκε ήταν κατά πόσο υπερέχει η μία ομάδα από την άλλη. "Τα αποτελέσματα της έρευνας έδειξαν ότι τα ποσοστά επαναστένωσης των αρτηριών είναι μόνο 5% και στις δύο ομάδες ασθενών που διερευνήθηκαν αντίστοιχα. Δηλαδή πρόκειται για πολύ ενθαρρυντικά αποτελέσματα", επεσήμανε.. Σχετικά υπενθύμισε ότι "με βάση τη διεθνή βιβλιογραφία τα ποσοστά επαναστένωσης των αρτηρίων κυμαίνονται μεταξύ 5-10% σε ασθενείς τους οποίους τοποθετήθηκε φαρμακευτικό στεντ και μεταξύ του 15-20% στους ασθενείς τους οποίους τοποθετήθηκε στεντ χωρίς φάρμακο.

Οι παράγοντες κινδύνου
Παράλληλα με την μελέτη των πιο πάνω παραμέτρων, οι ερευνητές, έλεγξαν και κατά πόσο οι ασθενείς που κατέληξαν στο Εργαστήριο του Νοσοκομείου Λευκωσίας βρίσκονταν σε ομάδες υψηλού κινδύνου για πρόκληση καρδιαγγειακού προβλήματος. Και όντως. Η έρευνα κατέδειξε, ότι ένα μεγάλο ποσοστό των ασθενών που συμμετείχαν, είχαν διαβήτη αλλά και ένα επίσης μεγάλο ποσοστό είναι καπνιστές. "Αυτοί οι δύο παράγοντες, θεωρούνται παράγοντες υψηλού κινδύνου για πρόκληση καρδιακών επεισοδίων", τόνισε ο δρ Γεωργίου. Συγκεκριμένα ανέφερε ότι από τα 338 άτομα, ποσοστό 38% είχε διαβήτη και ποσοστό 40% είναι καπνιστές. Καταλήγοντας ο δρ Γεωργίου τόνισε ότι η έρευνα διενεργήθηκε με την ενεργό συμμετοχή τόσο του προϊσταμένου του Εργαστηρίου, δρ Παναγιώτη Αβρααμίδη όσο και του ειδικευόμενου επεμβατικού καρδιολόγου Κυριάκου Γιάγκου.
ΑΘΗΝΑ ΤΥΡΙΜΟΥ
Κωδικός άρθρου: 829478
ΠΟΛΙΤΗΣ - 25/10/2008

Το μπαϊπάς καλύτερο από την αγγειοπλαστική

Η επέμβαση με το γνωστό «μπαλονάκι» για τη διάνοιξη βουλωμένων αρτηριών της καρδιάς είναι εξίσου ασφαλής με το μπαϊπάς, ωστόσο οι ασθενείς που επιλέγουν αυτή τη μέθοδο αντιμετωπίζουν διπλάσια πιθανότητα να χρειαστούν σύντομα και δεύτερη επέμβαση.

«Το χειρουργεί παραμένει νικητής» δήλωσε ο πρόεδρος του Αμερικανικού Κολεγίου Καρδιολογίας Δρ Ντάγκλας Ουίβερ σχολιάζοντας τα αποτελέσματα της έρευνας που παρουσιάστηκαν τη Δευτέρα στο ετήσιο συνέδριο της Ευρωπαϊκής Εταιρείας Καρδιολογίας.

«Εάν δεν θέλετε να υποβληθείτε και σε δεύτερη επέμβαση για τουλάχιστον μια δεκαετία, θα πρέπει να επιλέξετε το χειρουργείο» συμφώνησε ο Δρ Χάινς Ντρέξελ, καθηγητής του Πανεπιστημίου του Ίνσμπρουκ στην Αυστρία και εκπρόσωπος της Ευρωπαϊκής Εταιρείας Καρδιολογίας

Στις επεμβάσεις αγγειοπλαστικής, ο χειρουργός εισάγει έναν καθετήρα μέσα από μια μικρή τομή στο πόδι και τον οδηγεί μέχρι την καρδιακή αρτηρία που παρουσιάζει στένωση. Εκεί φουσκώνει ένα μικρό μπαλονάκι για να ανοίξει το αγγείο και συνήθως αφήνει μέσα του ένα κυλινδρικό μεταλλικό πλέγμα που ονομάζεται στεντ.

Η προσέγγιση αυτή μειώνει δραστικά το χρόνο νοσηλείας σε σχέση με την παραδοσιακή επέμβαση παράκαμψης αορτοστεφανιαίας παράκαμψης (μπαϊπάς), στην οποία η βουλωμένη αρτηρία αντικαθίσταται με ένα κομμάτι φλέβας που λαμβάνεται από άλλο σημείο του σώματος.

Η επέμβαση απαιτεί μεγάλη ανοιχτή τομή στο στήθος.

Στη νέα μελέτη, Ευρωπαίοι ερευνητές συνέκριναν τις επεμβάσεις ανοιχτής καρδιάς με την αγγειοπλαστική σε δείγμα περισσότερων από 3.000 ασθενών στην Ευρώπη και τις ΗΠΑ.

Το ένα τρίτο των ασθενών αυτών υποβλήθηκαν αναγκαστικά σε μπαϊπάς, ενώ οι υπόλοιποι μοιράστηκαν τυχαία σε δύο ομάδες και υποβλήθηκαν είτε σε μπαϊπάς είτε σε αγγειοπλαστική.

Έναν χρόνο μετά την επέμβαση, η συχνότητα θανάτου ήταν ουσιαστικά η ίδια και στις δύο ομάδες, 7,7% στην ομάδα του μπαϊπάς και 7,6% στην ομάδα αγγειοπλαστικής.

Ωστόσο, μεταξύ των ασθενών που υποβλήθηκαν σε αγγειοπλαστική, σχεδόν το 14% χρειάστηκε και δεύτερη επέμβαση σε διάστημα ενός έτους, συγκριτικά με 6% στην ομάδα του μπαϊπάς.

Η νέα μελέτη υπέρ του μπαϊππάς έρχεται να προστεθεί σε μια άλλη μεγάλη μελέτη που δημοσιεύτηκε τον Ιανουάριο, η οποία έδειχνε ότι η αγγειοπλαστική δεν προσφέρει περισσότερα οφέλη από τη φαρμακευτική αγωγή σε ασθενείς που διατηρούνται σε σταθερή κατάσταση.

Οι γιατροί επισημαίνουν πάντως ότι απαιτούνται περαιτέρω μελέτες για τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα της αγγειοπλαστικής σε βάθος χρόνου.

Τα νέα στοιχεία «μάς λένε μόνο τι συμβαίνει έπειτα από έναν χρόνο» δήλωσε ο Δρ Ντρέξελ. «Πρέπει να περιμένουμε τουλάχιστον πέντε χρόνια για να έχουμε μια καλή απάντηση στο ερώτημα ποια θεραπεία είναι πραγματικά καλύτερη» είπε.

Μάθετε για τα στεντ

Η αγγειοπλαστική με το γνωστό «μπαλονάκι», από τις πλέον συνηθισμένες καρδιολογικές επεμβάσεις, δεν προσφέρει περισσότερα οφέλη από τη φαρμακευτική αγωγή σε ασθενείς που διατηρούνται σε σταθερή κατάσταση, προκύπτει από μελέτη-ορόσημο στις ΗΠΑ.

Τα αποτελέσματα υποδεικνύουν ότι η αγγειοπλαστική δεν σώζει ζωές ούτε προλαμβάνει τα εμφράγματα σε ασθενείς που δεν χρήζουν άμεσης νοσηλείας. Ακόμα μεγαλύτερη έκπληξη δημιουργεί το συμπέρασμα ότι η αγγειπλαστική δεν καταπολεμά τη στηθάγχη καλύτερα από τα φάρμακα.

«Λίγοι θα περίμεναν αυτά τα αποτελέσματα» σχολίασε ο Ουίλιαμ Μπόντεν του Γενικού Νοσοκομείου Μπάφαλο στη Νέα Υόρκη, ο οποίος παρουσίασε τη μελέτη του στο συνέδριο του Αμερικανικού Κολλεγίου Καρδιολογίας. Η έρευνα θα δημοσιευτεί επίσης στο New England Journal of Medicine.

Στις επεμβάσεις αγγειοπλαστικής, ο χειρουργός εισάγει έναν καθετήρα μέσα από μια μικρή τομή στο πόδι και τον οδηγεί μέχρι την καρδιακή αρτηρία που παρουσιάζει στένωση. Εκεί φουσκώνει ένα μικρό μπαλονάκι για να ανοίξει το αγγείο και συνήθως αφήνει μέσα του ένα κυλινδρικό μεταλλικό πλέγμα που ονομάζετα στεντ.

Τα αποτελέσματα της νέας μελέτης έρχονται να προστεθούν σε πρόσφατα δεδομένα που δείχνουν ότι τα νεώτερα στεντ, εμποτισμένα με φάρμακα, αυξάνουν τον κίνδυνο θρόμβωσης, συγκριτικά με τα στεντ που αποτελούνται από σκέτο μέταλλο.

Η νέα μελέτη μεταφέρει το ερώτημα, από το ποια στεντ πρέπει να χρησιμοποιούν οι γιατροί στο αν θα πρέπει καν να χρησιμοποιούνται σε σταθερούς ασθενείς.

Οι ερευνητές εξέτασαν 2.287 ασθενείς στις ΗΠΑ και τον Καναδά που παρουσίαζαν σημαντική στένωση, συνήθως σε δύο αρτηρίες, αλλά ήταν ιατρικά σταθεροί. Κατά μέσο όρο είχαν 10 επεισόδια στηθάγχης την εβδομάδα, ενώ το 40% είχε υποστεί παλαιότερα και καρδιακή προσβολή.

Όλοι ακολούθησαν φαρμακευτική θεραπεία -π.χ. με ασπιρίνη, στατίνες κατά της χοληστερόλης και βήτα αναστολείς- και οι μισοί υποβλήθηκαν και σε αγγειοπλαστική.

Πέντε χρόνια αργότερα, οι δύο ομάδες παρουσίαζαν την ίδια πιθανότητα εμφράγματος και θανάτου, περίπου 19%, καθώς και την ίδια συχνότητα στηθάγχης. Το 72% των ασθενών στην ομάδα της φαρμακευτικής αγωγής και το 74% στην ομάδα της αγγειοπλαστικής είχαν απαλλαγεί από τον πόνο στο στήθος. Η διαφορά είναι στατιστικά ασήμαντη.

Γιατί όμως η αγγειοπλαστική δεν βοηθά περισσότερο. Η επέμβαση διορθώνει τη στένωση σε ένα σημείο, ενώ τα φάρμακα δρουν σε όλες τις αρτηρίες, επισημαίνουν οι ερευνητές της μελέτης. Επιπλέον, οι στενώσεις που προκαλούν πόνο και αντιμετωπίζονται με «μπαλονάκι» έχουν παραδόξως μικρότερη πιθανότητα να προκαλέσουν έμφραγμα σε σχέση με στενώσεις που δεν προκαλούν συμπτώματα.

Η τελευταία μελέτη, πάντως, ήδη προκαλεί διαμάχη ανάμεσα στους καρδιοχειρουργούς και στους καρδιολόγους που δεν κάνουν επεμβάσεις. Αρκετοί χειρουργοί επισήμαναν ότι τα στεντ δεν χρησιμοποιούνται για να παρατείνουν τη ζωή, αλλά για να μειώσουν τη στηθάγχη και να βελτιώσουν την ποιότητα ζωής.

Όπως διευκρίνισαν οι ερευνητές, η μελέτη χρηματοδοτήθηκε μεταξύ άλλων από τις φαρμακοβιομηχανίες Merck, Pfizer και Sanofi Aventis, ενώ οι δύο μεγαλύτεροι κατασκευαστές στεντ, η Jοhnson & Johnson και η Boston Scientific, αρνήθηκαν να τη χρηματοδοτήσουν.

Η αγγειοπλαστική δεν βοηθάει πάντα τους ασθενείς

Οσοι υπέστησαν καρδιακή προσβολή και καθυστέρησαν τουλάχιστον τρεις ημέρες προτού καταφύγουν σε ιατρική βοήθεια, δεν είδαν καμιά βελτίωση της υγείας τους παρά τη διάνοιξη των φραγμένων αρτηριών, αναφέρουν Αμερικανοί ερευνητές.
Τέτοιες μέθοδοι αγγειοπλαστικής θεωρούνται απαραίτητες για το σύνολο σχεδόν όσων υπέστησαν προσβολή, λόγω φραγμένων αρτηριών, και έχουν καταφύγει στο γιατρό το πολύ δώδεκα ώρες μετά το καρδιακό επεισόδιο.
Η άμεση θεραπεία επιτρέπει την καλή αιμάτωση της καρδιάς, τη διατήρηση του καρδιακού μυός, ενώ περιορίζει τις πιθανότητες θανάτου και καρδιακής ανεπάρκειας. Ομως, το 30% αυτών που παθαίνουν καρδιακή προσβολή φτάνουν στο νοσοκομείο αφού έχει περάσει το κρίσιμο δωδεκάωρο.
Πολλοί γιατροί πίστευαν, ώς τώρα, ότι ακόμα και όσοι πήγαιναν στους ειδικούς με καθυστέρηση ωφελούντο από την αγγειοπλαστική.
Η μελέτη που δημοσιεύεται στην επιθεώρηση New England Journal of Medicine διαπιστώνει πως η αποκατάσταση της ροής του αίματος προς την καρδιά, με αγγειοπλαστική, τρεις ημέρες μετά το επεισόδιο, δεν είχε καλύτερα αποτελέσματα στον περιορισμό των θανάτων, από ό, τι η θεραπεία με τα συνήθη φάρμακα. Επίσης δεν μείωνε τις πιθανότητες δεύτερης καρδιακής προσβολής ή καρδιακής ανεπάρκειας.
Η συντάκτης της έκθεσης, δρ Τζούντιθ Χόχμαν της ιατρικής σχολής του πανεπιστημίου της Νέας Υόρκης, λέει: «Περιμέναμε πως η αγγειοπλαστική θα περιόριζε τουλάχιστον κατά 25% τα επεισόδια. Κι όμως δεν διαπιστώσαμε κανένα όφελος».
Bασικό συμπέρασμα της έρευνας είναι η ανάγκη παροχής άμεσης φροντίδας στον άρρωστο. «Από μία άποψη το αποτέλεσμα της έρευνας μας αποδεικνύει πόσο καλά είναι τα φάρμακα που χρησιμοποιούμε σήμερα ευρέως, όπως λόγου χάρη, οι στατίνες, η χρήση ασπιρίνης, οι αναστολείς βήτα και όλα τα άλλα. Πράγματι σώζουν ζωές». Η μελέτη, που διήρκεσε 4 χρόνια, χρηματοδοτήθηκε από τα Εθνικά Ινστιτούτα Υγείας των ΗΠΑ.

Τι είναι και που τοποθετήτε το στεντ (Stent)


To στεντ είναι ένα συρμάτινο πλέγμα (βλέπε φωτό) που χρησιμοποιείται για να διατηρήσει μια αρτηρία ανοιχτή κατά τη διάρκεια της αγγειοπλαστικής.
Το στεντ αρχικά είναι συμπτυγμένο και τοποθετείται γύρω από το μπαλονάκι που χρησιμοποιείται για την επέμβαση και, καθώς αυτό φουσκώνει, τεντώνονται μαζί με την αρτηρία και μένει εκεί για να την διατηρήσει ανοιχτή όταν το μπαλονάκι αφαιρεθεί.
Αυτό έχει σαν συνέπεια την καλύτερη ροή του αίματος στον μυ της καρδιάς και την ανακούφιση των συμπτωμάτων (συνήθως θωρακικός πόνος).
Η τεχνική αυτή δεν είναι κατάλληλη για όλους τους ασθενείς.
Είναι καλύτερη για ασθενείς με μία ή δύο περιοχές στενώσεως σε μεγάλες αρτηρίες, ενώ δεν προσφέρει πολλά σε όσους έχουν πολλές μικρές στενωμένες περιοχές ή στένωση και στις τρεις βασικές στεφανιαίες αρτηρίες.
Στους παραπάνω ασθενείς τα στεντς βοηθάνε στην μη επαναστένωση που μπορεί να προκύψει μετά την επέμβαση με το μπαλονάκι ή από άλλες διαδικασίες που χρησιμοποιούν καθετήρα.
Βοηθάνε επίσης στην αποκατάσταση της ροής του αίματος στις περιπτώσεις που μια αρτηρία μπορεί να έχει τραυματιστεί από τον καθετήρα του μπαλονιού κατα τη διάρκεια μιας επέμβασης.

Η επαναστένωση της αρτηρίας μπορεί να συμβεί ακόμα και μετά την τοποθέτηση του στεντ. Τα τελευταία χρόνια χρησιμοποιούνται ειδικά στεντ εμποτισμένα με φάρμακα τα οποία απελευθερώνονται σταδιακά στα τοιχώματα της αρτηρίας και την κρατάνε ανοιχτή. Τα νέα αυτά στεντ υπόσχονται καλύτερη μακροπρόθεσμη πορεία του για τον ασθενή.
Οι ασθενείς που έχουν κάνει τοποθέτηση στεντ πρέπει να λαμβάνουν φάρμακα που βοηθούν την αραίωση του αίματος (π.χ. Ασπιρίνη).
Κάτι πολύ σημαντικό είναι ότι ο ασθενής πρέπει να αποφύγει την Μαγνητική τομογραφία για τις πρώτες 4 εβδομάδες μετά την επέμβαση και να έρθει σε επαφή με το γιατρό του αν πρέπει να υποβληθεί σε μια τέτοια εξέταση.
Τα μέχρι τώρα δεδομένα δεν έχουν δείξει κάποιο μακροπρόθεσμα πρόβλημα στους ασθενείς που έχουν τοποθετημένο στεντ μόνιμα στο σώμα τους.

Αρχείο Αναρτήσεων