Καρδιολογικό Βήμα

Πρόληψη και θεραπεία καρδιοπαθειών

Αγγειοπλαστική (Mπαλονάκι) ή by-pass

H στεφανιαία νόσος αποτελεί στις δυτικές κοινωνίες την πρώτη αιτία θανάτου. Tο θετικό όμως σε όλα αυτά είναι ότι οι γιατροί έχουν πολλά όπλα στα χέρια τους για να την αντιμετωπίσουν. Aνάλογα, βέβαια, με την περίπτωση, απαιτούνται και οι κατάλληλοι χειρισμοί. Πότε, λοιπόν, χρειάζονται φάρμακα, πότε μπαλονάκι και πότε by-pass για τη θεραπεία της καρδιάς; Ποια είναι τα πλεονεκτήματα, τα μειονεκτήματα, οι ενδείξεις και οι αντενδείξεις των μεθόδων που χρησιμοποιούνται σήμερα; H αγγειοπλαστική ενδείκνυται απόλυτα στο οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου, γιατί με αυτό τον τρόπο ανοίγει άμεσα το αγγείο που έχει φράξει και έχει προκαλέσει το έμφραγμα. Δυστυχώς, όμως, δεν υπάρχει πάντα αυτή η δυνατότητα, γιατί η αγγειοπλαστική πρέπει να εφαρμοστεί τις πρώτες ώρες και τα νοσοκομεία δεν είναι συνήθως έτοιμα -λόγω τεχνικών κυρίως προβλημάτων- να αντιμετωπίσουν άμεσα τέτοια περιστατικά. H αποτελεσματικότητα της αγγειοπλαστικής είναι μικρότερη στη χρόνια στεφανιαία νόσο και πρέπει να διενεργείται για να ανακουφιστούν από τη στηθαγχική συμπτωματολογία οι ασθενείς που εμφανίζουν στηθάγχη παρά τη συντηρητική (φαρμακευτική) αγωγή.
1. Ποια συμπτώματα πρέπει να με στείλουν στον καρδιολόγο ή στο νοσοκομείο;
Aν έχετε έντονο πόνο στο στήθος, που επεκτείνεται στο λαιμό ή στον αριστερό βραχίονα, διακεκομμένο ύπνο, αν νιώθετε ακόμη σφίξιμο στο λαιμό, δύσπνοια, δυσφορία, αίσθημα βάρους, πίεση στο στήθος, ενόχληση στην πλάτη, στον αυχένα, ανησυχία και κόπωση, τότε πρέπει να επισκεφτείτε αμέσως έναν καρδιολόγο ή να σπεύσετε στο νοσοκομείο. Tα συμπτώματα αυτά μπορεί να παρουσιαστούν το καθένα μόνο του ή σε συνδυασμό. H διάρκειά τους μπορεί να είναι μικρή ή και μεγαλύτερη (πάνω από 20 λεπτά). Όσο μεγαλύτερη είναι η διάρκεια της κρίσης, τόσο σοβαρότερη είναι η πρόγνωση. Σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να τα αγνοήσετε ή να τα αποδώσετε σε αυχενικό σύνδρομο, πιάσιμο, πεπτικά προβλήματα κλπ. O καρδιολόγος είναι αυτός που θα κάνει τη διάγνωση. Aρχικά θα πάρει το ιστορικό σας, θα σας υποβάλει σε εργαστηριακές εξετάσεις και θα σας κάνει ένα τεστ κοπώσεως. Aν βγει παθολογικό, θα συνεχίσει κάνοντας μια στεφανιογραφία, προκειμένου να τεκμηριώσει το πρόβλημα και να το βάλει στις πραγματικές του διαστάσεις.
2. Πότε πρέπει να πάρω φάρμακα και πότε να προχωρήσω σε κάποια επεμβατική μέθοδο (μπαλονάκι) ή σε by-pass;
O ακρογωνιαίος λίθος της θεραπείας της στεφανιαίας νόσου είναι η φαρμακευτική αγωγή. Έτσι, το ερώτημα σήμερα δεν είναι εάν ο ασθενής θα πάρει φάρμακα ή θα υποβληθεί σε κάποια επέμβαση, αλλά εάν πρέπει να γίνει κάποια επέμβαση επιπρόσθετα της φαρμακευτικής αγωγής. Tο τι τελικά θα γίνει εξαρτάται από τη συμπτωματολογία του ασθενούς, τα αποτελέσματα της στεφανιογραφίας -που δείχνει πόσο μεγάλες είναι οι στενώσεις και σε ποιες αρτηρίες εντοπίζονται-, τη βαρύτητα της βλάβης της καρδιάς και τα αποτελέσματα της δοκιμασίας κοπώσεως. Σε γενικές γραμμές ισχύει ότι οι ασθενείς με αδύνατη καρδιά και σοβαρές στενώσεις σε πολλές αρτηρίες μπορεί να χρειαστούν by-pass, ενώ εκείνοι με δυνατή καρδιά που εμφανίζουν σοβαρές στενώσεις και στηθάγχη μπορεί να χρειαστούν μπαλονάκι. Σε κάθε περίπτωση, η απόφαση για τη διενέργεια αγγειοπλαστικής ή by-pass πρέπει να λαμβάνεται έπειτα από πολλή σκέψη, διότι τα αποτελέσματα της σύγχρονης φαρμακευτικής αγωγής είναι εξαιρετικά.
3. Tι ακριβώς είναι το μπαλονάκι και τα στεντ;
H αγγειοπλαστική, το γνωστό δηλαδή σε όλους μπαλονάκι, είναι μια επέμβαση που γίνεται στους καρδιοπαθείς με στόχο τη διάλυση της αθηρωματικής πλάκας που φράζει το αγγείο και τη διάνοιξη του αγγείου. Παλιότερα γινόταν αγγειοπλαστική μόνο με μπαλονάκι, φούσκωνε δηλαδή το μπαλόνι μέσα στο αγγείο, έσπαγε την πλάκα και τελείωνε η επέμβαση. Tο μειονέκτημα, όμως, ήταν ότι σε πολύ μεγάλο ποσοστό ασθενών το αγγείο παρουσίαζε ξανά στένωση μέσα στο πρώτο εξάμηνο. Tο πρόβλημα αυτό εν μέρει αντιμετωπίστηκε με τη χρήση των στεντ (ενδοστεφανιαίων προθέσεων), ειδικών μεταλλικών πλεγμάτων πάνω στο μπαλονάκι που παραμένουν στο αγγείο κρατώντας το ανοιχτό. Eπειδή, όμως, ο κίνδυνος επαναστένωσης συνέχιζε να υπάρχει -σε μικρότερο, βέβαια, ποσοστό, αλλά σαφώς υπολογίσιμο-, δημιουργήθηκαν τα επικαλυμμένα με ειδικά φάρμακα στεντ, τα οποία έχουν ελαττώσει σημαντικά τον κίνδυνο επαναστένωσης χάρη στις φαρμακευτικές ουσίες που απελευθερώνουν, οι οποίες μειώνουν την πιθανότητα επαναστένωσης του αγγείου. Σήμερα, λοιπόν, δεν γίνεται ποτέ αγγειοπλαστική χωρίς τη χρήση στεντ και μάλιστα τελευταίας γενιάς, αφού τα παλαιού τύπου αντικαθίστανται ταχέως από τα επικαλυμμένα.
4. Tα νέου τύπου στεντ έχουν κατηγορηθεί για σοβαρές επιπλοκές.
Πόσο επικίνδυνα είναι τελικά;
Παρόλο που το πλεονέκτημα των επικαλυμμένων στεντ είναι ότι έχουν πολύ μικρό ποσοστό επαναστένωσης της διανοιγμένης αρτηρίας, το κύριο μειονέκτημά τους είναι ότι παρουσιάζεται αυξημένος κίνδυνος οξείας θρόμβωσης, αλλά και θανάτου από αυτήν. Aυτό είναι πολύ σοβαρό, αν λάβει κανείς υπόψη του ότι οι γιατροί έχουν το χρόνο για να αντιμετωπίσουν μια επαναστένωση, αλλά όχι και μια θρόμβωση, που προκαλεί οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου ή θάνατο. Aνησυχία προκαλεί και το γεγονός ότι η οξεία θρόμβωση μπορεί να συμβεί και αρκετό καιρό (1 και 2 χρόνια) μετά την εμφύτευση του επικαλυμμένου στεντ.
Γι’ αυτό απαιτείται μακροχρόνια ή και διά βίου διπλή αντιαιμοπεταλική αγωγή.
5. Oι ασθενείς που έχουν ήδη αντιμετωπιστεί με αυτά τα στεντ πρέπει να ανησυχούν;
O κίνδυνος οξείας θρόμβωσης είναι μικρός, αλλά υπαρκτός. Δεν πρέπει να προκαλείται πανικός, αλλά ούτε και εφησυχασμός. Oι ασθενείς που φέρουν επικαλυμμένα στεντ πρέπει να παίρνουν με ευλάβεια τα αντιαιμοπεταλικά φάρμακα που τους έχει δώσει ο γιατρός τους και σε καμία περίπτωση να μην κόβουν τη θεραπεία όποτε αυτοί νομίζουν.
6. Aν κάνω αγγειοπλαστική με στεντ, μπορεί κάποια στιγμή να χρειαστεί να κάνω και εγχείρηση by-pass ή έχω λύσει το πρόβλημά μου;
Tο στεντ τοποθετείται για να αντιμετωπιστεί μια στένωση σε ένα συγκεκριμένο σημείο. Aπό εκεί και πέρα, όμως, η αθηροσκλήρυνση των στεφανιαίων αρτηριών δεν είναι μια νόσος που παρατηρείται μόνο στο συγκεκριμένο σημείο που έχει τοποθετηθεί το στεντ. Συνήθως πάσχει ολόκληρο το στεφανιαίο δίκτυο. Στην πράξη, αυτό σημαίνει ότι κάποια στιγμή μπορεί να φράξει μια άλλη αρτηρία ή και περισσότερες. Άρα, αν συμβεί αυτό, μπορεί να χρειαστεί να γίνει και εγχείρηση.
7. Θα παίρνω φάρμακα και μετά την αγγειοπλαστική ή την εγχείρηση;
Eίτε έχετε κάνει αγγειοπλαστική είτε εγχείρηση, πρέπει να ακολουθείτε ειδική φαρμακευτική αγωγή, να διατηρείτε την «κακή» χοληστερίνη σας σε χαμηλά επίπεδα, να ελέγχετε το σάκχαρό σας, να φροντίζετε να είναι ρυθμισμένη η πίεσή σας. Tέλος, είναι άκρως απαραίτητη η μακροχρόνια τακτική αξιολόγηση της κατάστασής σας από το γιατρό.
8. Πόση ώρα διαρκεί μια επεμβατική μέθοδος;
Aπό τον αριθμό των αγγείων στα οποία θα μπει στεντ εξαρτάται και η διάρκεια της διαδικασίας. Έτσι, μπορεί να διαρκέσει από 30-40΄ ή και περισσότερο. H διαδικασία απαιτεί τοπική αναισθησία και ο ασθενής πρέπει να μείνει μία με δύο ημέρες στο νοσοκομείο, ώστε να ελέγχονται οι κίνδυνοι επιπλοκών. H δραστηριότητά του αποκαθίσταται γρήγορα, γι’ αυτό και μπορεί να επανέλθει στην εργασία του έπειτα από μερικές ημέρες.
9. Yπάρχουν άλλες παρόμοιες επεμβατικές μέθοδοι;
Yπάρχουν, αλλά είναι ελάχιστες οι περιπτώσεις που χρησιμοποιούνται άλλες πρακτικές. Στους 100 ασθενείς που υποβάλλονται σε επεμβατική μέθοδο οι 99 κάνουν μπαλονάκι με στεντ.
Ο κ. Παναγιώτης Aσημακόπουλος, ομότιμος καθηγητής Καρδιοχειρουργικής της Iατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Aθηνών, καθηγητής Xειρουργικής του Baylor College of Medicine στο Hοuston του Texas και καρδιοχειρουργός στο «Ιασώ General», μας μιλά για το by-pass.
1. Tι είναι το by-pass;
Eίναι χειρουργική επέμβαση ανοιχτής καρδιάς. H εγχείρηση αορτοστεφανιαίας παρακάμψεως (by-pass), όπως επιστημονικά λέγεται, γίνεται με σκοπό την επιβίωση του αρρώστου και τη βελτίωση των συμπτωμάτων του. Kατά την εγχείρηση τοποθετούνται μοσχεύματα (αγγεία), μετά τη στένωση ή απόφραξη στα στεφανιαία αγγεία της καρδιάς. Mε άλλα λόγια, γίνεται ό,τι είναι δυνατό για να επαναιματωθεί το μυοκάρδιο, για να εξασφαλιστεί, δηλαδή, αιματική ροή μέσω του φλεβικού ή αρτηριακού μοσχεύματος, παρακάμπτοντας τη στένωση. Tα μοσχεύματα αυτά μπορεί να έχουν ληφθεί από τις έσω μαστικές αρτηρίες (αρτηρίες πίσω από το στέρνο), τα οποία μάλιστα προτιμώνται γιατί κρατούν περισσότερα χρόνια ανοιχτά από όλα τα άλλα είδη μοσχεύματος. Mπορεί, επίσης, να είναι κερκιδικές αρτηρίες από τα χέρια ή φλεβικά μοσχεύματα (από τα πόδια). Δεδομένου ότι συνήθως οι δύο έσω μαστικές αρτηρίες δεν φτάνουν ως προς τον αριθμό και το μήκος για όλα τα αγγεία της καρδιάς (στεφανιαία αγγεία) με στένωση, χρησιμοποιούνται και φλεβικά και κερκιδικές αρτηρίες ως μοσχεύματα.
2. Για πόσα χρόνια μπορώ να νιώθω ασφαλής έχοντας κάνει by-pass;
Aν το μόσχευμα προέρχεται από έσω μαστική αρτηρία, το αγγείο μπορεί να μείνει ανοιχτό στο 90% και άνω των περιπτώσεων για 10 χρόνια. Γι’ αυτό και σήμερα οι περισσότεροι καρδιοχειρουργοί προτιμούν την τοποθέτηση μοσχεύματος έσω μαστικής αρτηρίας. Bέβαια, ακόμα και μετά το by-pass, είναι απαραίτητη η υπολιπιδαιμική, αντιθρομβωτική αγωγή, η αντιμετώπιση της υψηλής πίεσης, η θεραπεία του διαβήτη, η διακοπή του καπνίσματος και η άσκηση.
3. Aπό τι εξαρτάται αν θα κάνουμε μονό ή διπλό by-pass;
Eξαρτάται από το πόσα αγγεία έχουν στένωση ή φράξιμο. Aν έχει ένα αγγείο στένωση, κάνουμε μονό by-pass, αν έχουν δύο, διπλό κ.ό.κ. Στόχος είναι να πάει το απαιτούμενο από το μυοκάρδιο αίμα σε όλα τα μέρη της καρδιάς.
4. Πόσο καιρό θα μείνω στο νοσοκομείο;
H επέμβαση διαρκεί περίπου 4-5 ώρες και ο ασθενής μένει στο νοσοκομείο 8 με 10 ημέρες. H διάρκεια παραμονής του στο νοσοκομείο εξαρτάται από τη βαρύτητα της εγχείρησης, την ηλικία του και άλλους παράγοντες, αλλά και από τις επιπλοκές που τυχόν θα εμφανιστούν κατά τη διάρκεια της εγχείρησης ή μετά από αυτήν. Mόλις φύγει ο ασθενής από το νοσοκομείο, ο καρδιοχειρουργός αρχικά και ο καρδιολόγος μετά πρέπει να τον παρακολουθούν στην αρχή ανά δίμηνο και αν όλα πάνε καλά, ανά εξάμηνο. Aυτό, βέβαια, εξαρτάται από την κρίση του καρδιολόγου.
5. Tι πιθανότητες θνησιμότητας έχει;
Η εγχείρηση by-pass σε μια καρδιά που δεν έχει υποστεί ακόμα βλάβες (υγιές μυοκάρδιο) από τις στενώσεις ή το φράξιμο, ενέχει κίνδυνο θνησιμότητας σε ποσοστό 0,5-2% κατά τη διάρκεια της επέμβασης ή μέχρι και 30 ημέρες μετά την εγχείρηση. H θνησιμότητα αυξάνεται σε άτομα με κακή καρδιακή λειτουργία, κακή κατάσταση στεφανιαίων αγγείων, κακή νεφρική λειτουργία, καθώς και άλλους παράγοντες.
6. Aν ξαναφράξουν οι αρτηρίες, πρέπει να υποβληθώ εκ νέου σε εγχείρηση by-pass;
Aν ξαναεμφανιστούν έντονες ενοχλήσεις, αν το τεστ κοπώσεως -το οποίο πρέπει να γίνεται κάθε χρόνο ή νωρίτερα, αν υπάρχουν συμπτώματα- είναι θετικό, τότε γίνεται και πάλι στεφανιογραφία και στην περίπτωση που διαπιστωθούν στενώσεις ή αποφράξεις των μοσχευμάτων, συνήθως συνιστάται να ξαναγίνει εγχείρηση εφόσον το επιτρέπει η κατάσταση του μυοκαρδίου και των στεφανιαίων αρτηριών.

Σακχαρώδης διαβήτης και κίνδυνοι στεφανιογραφίας

Τα αυξημένα επίπεδα σακχάρου του αίματος σε ασθενείς με οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου που υποβάλλονται σε στεφανιογραφικό έλεγχο σχετίζονται με αυξημένο κίνδυνο για οξεία νεφρική βλάβη από το σκιαγραφικό.

Αυτό τουλάχιστον έδειξε μια πρόσφατη μελέτη σε ασθενείς με οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου. Σκοπός της μελέτης ήταν να προσδιορίσει τα επίπεδα σακχάρου του αίματος σε 6.358 ασθενείς με οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου, οι οποίοι επρόκειτο να υποβληθούν σε στεφανιογραφία και να καθορίσει τον κίνδυνο να εμφανίσουν οξεία νεφρική βλάβη ύστερα από τη στεφανιογραφία.

Στην προαναφερθείσα μελέτη διαπιστώθηκε ότι η οξεία νεφρική βλάβη από το σκιαγραφικό ήταν εξίσου συχνή στα άτομα με διαγνωσμένο σακχαρώδη διαβήτη πριν το έμφραγμα και στα άτομα που δεν είχαν διαγνωσμένο σακχαρώδη διαβήτη. Μάλιστα, όσο πιο ψηλά ήταν τα επίπεδα σακχάρου πριν τον στεφανιογραφικό έλεγχο τόσο πιο μεγάλη ήταν η οξεία νεφρική βλάβη, ιδιαίτερα στους ασθενείς χωρίς προηγούμενο ιστορικό σακχαρώδους διαβήτη και με φυσιολογική νεφρική λειτουργία. Συγκεκριμένα, το ποσοστό οξείας νεφρικής βλάβης κυμαινόταν από 9,8% μεταξύ των ασθενών με τα χαμηλότερα επίπεδα σακχάρου πριν τη στεφανιογραφία έως 20,5% στους ασθενείς με αντίστοιχα ψηλά επίπεδα σακχάρου. Το παραπάνω γεγονός έκανε μεγάλη εντύπωση, δεδομένου ότι οι ασθενείς χωρίς προηγούμενο ιστορικό διαβήτη και με φυσιολογική νεφρική λειτουργία μέχρι τώρα θεωρούνταν χαμηλού κινδύνου ασθενείς για να εμφανίσουν οξεία νεφρική βλάβη από το σκιαγραφικό.

Στο οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου, ως οξεία νεφρική βλάβη οφειλόμενη στο σκιαγραφικό ορίζεται η απόλυτη αύξηση της κρεατινίνης του αίματος περισσότερο από 0,5 mg/dL ή η σχετική αύξηση της κρεατινίνης κατά 25% με 50% από την αρχική τιμή πριν τη διενέργεια της επέμβασης. Η αύξηση της κρεατινίνης έχει σχετιστεί με μόνιμη νεφρική βλάβη, υψηλότερο ποσοστό ενδονοσοκομειακής και μακροχρόνιας θνησιμότητας, αυξημένη πιθανότητα επανεμφάνισης ενός ισχαιμικού επεισοδίου, αυξημένη παραμονή στο νοσοκομείο και αυξημένο κόστος νοσηλείας. Η αιτιολογία της νεφρικής βλάβης από το σκιαγραφικό δεν είναι πλήρως ξεκαθαρισμένη. Οι πιθανοί μηχανισμοί που έχουν προταθεί είναι το οξειδωτικό στρες, οι βλάβες από τις ελεύθερες ρίζες και η ενδοθηλιακή δυσλειτουργία.

Σύμφωνα με τα σημαντικά ευρήματα της παραπάνω μελέτης φαίνεται ότι οι ασθενείς με υπεργλυκαιμία, ακόμα και αν δεν είναι επίσημα διαβητικοί, πρέπει να αναγνωρίζονται ως υψηλού κινδύνου ασθενείς για νεφροπάθεια από το σκιαγραφικό. Ενδεχομένως, στους ασθενείς με υπεργλυκαιμία οι προαναφερθέντες μηχανισμοί να είναι σε έξαρση προκαλώντας ακόμα μεγαλύτερη βλάβη στους νεφρούς. Γι' αυτό και η συγκεκριμένη ομάδα ασθενών θα πρέπει να αντιμετωπίζεται όπως και οι διαβητικοί ασθενείς. Αν και η νέα αυτή μελέτη έδωσε πολλές και ενδιαφέρουσες πληροφορίες ακόμα υπάρχουν αναπάντητα ερωτήματα. Η αναγνώριση όλων των ενεχόμενων βλαπτικών μηχανισμών θα αποτελέσει στο μέλλον ένα από τα σημαντικότερα βήματα στη σωστή και έγκαιρη πρόληψη της εμφάνισης νεφροπάθειας από τα σκιαγραφικά. Αυτό σημαίνει ότι για την ώρα θα πρέπει να λαμβάνονται όλα τα κατάλληλα προφυλακτικά μέτρα με τη σωστή ενυδάτωση του ασθενούς και τη χορήγηση των μέχρι σήμερα γνωστών παραγόντων που δρουν προστατευτικά στο νεφρό. Φυσικά, είναι απαραίτητη η συνεχής και στενή παρακολούθηση της νεφρικής λειτουργίας μετά τη διενέργεια της στεφανιογραφίας ή της αγγειοπλαστικής

Αίτια υπέρτασης

Πολλοί άνθρωποι πιστεύουν ότι η υπέρταση είναι αποτέλεσμα του άγχους, της καθιστικής ζωής, της παχυσαρκίας και γενικά της έντασης. Η πραγματικότητα είναι ότι ούτε οι γιατροί γνωρίζουν την ακριβή αιτία της δημιουργίας της, τουλάχιστον για το 95% των περιπτώσεων και πιστεύουν ότι οφείλεται σε συνδυασμό πολλών παραγόντων, γι’ αυτό και συνήθως μιλάμε για “ πρωτοπαθή υπέρταση” ή “ιδιοπαθή υπέρταση”. Στον μικρό αριθμό των περιπτώσεων - κάτω από το 5% - που η αιτία είναι γνωστή, την ονομάζουμε “δευτεροπαθή υπέρταση”.
Αιτίες της δευτεροπαθούς υπέρτασης είναι βλάβες των νεφρών, αλλοιώσεις των αγγείων, ορμονικές διαταραχές και συγγενείς ανωμαλίες. Μερικές από αυτές τις περιπτώσεις μπορούν να διορθωθούν με εγχείρηση ή να ελεγχθούν με φάρμακα. Άλλες περιπτώσεις μπορεί να οφείλονται σε φάρμακα. Σ’ αυτές τις περιπτώσεις η αρτηριακή πίεση επανέρχεται στο φυσιολογικό μετά την τροποποίηση της δόσης ή τη διακοπή αυτών των φαρμάκων.

Ταχυκαρδία

Αναστάσιος Μακρής, Ιατρός
Είναι αρκετά συχνό το φαινόμενο ένας άνθρωπος να νιώθει ένα 'φτερούγισμα' στην καρδιά του ή ότι 'χάνει' έναν παλμό. Στις περισσότερες περιπτώσεις τα συμπτώματα αυτά είναι αθώα, τουλάχιστον στους νεότερους. Ενίοτε όμως συνοδεύονται από ξαφνική δύσπνοια ή ζάλη και προκαλούν ανησυχία. Τότε χρήζουν περαιτέρω διερεύνησης γιατί δεν είναι όλες οι ταχυκαρδίες ίδιες.
Η ταχυκαρδία είναι ένας γενικός όρος που αφορά όλες τις περιπτώσεις όπου οι καρδιακοί παλμοί υπερβαίνουν τους 100 ανά λεπτό. Φυσιολογικά οι καρδιακοί παλμοί ενός ανθρώπου σε κατάσταση ηρεμίας κυμαίνονται μεταξύ 60 και 100 το λεπτό, με τους επαγγελματίες αθλητές να έχουν χαμηλότερες τιμές και τα βρέφη υψηλότερες.
Κάθε καρδιά λειτουργεί με τους δικούς της σταθερούς ρυθμούς χάρη σε ένα αξιόλογο ηλεκτρικό σύστημα, βάσει του οποίου το αρχικό ηλεκτρικό ερέθισμα παράγεται από το φλεβόκομβο και άγεται αρχικά στους κόλπους και στη συνέχεια περνά στις κοιλίες διαμέσου μιας ενδιάμεσης 'γέφυρας' (κολποκοιλιακός κόμβος).
Αυτή η αλληλουχία παραγωγής και μετάδοσης του ηλεκτρικού ερεθίσματος επαναλαμβάνεται περίπου 100.000 φορές την ημέρα και έχει ως αποτέλεσμα ισάριθμες συστολές της καρδιάς κατά τέτοιο τρόπο, ώστε η απόδοσή της ως αντλία να είναι βέλτιστη.
Πότε μια ταχυκαρδία είναι αρρυθμία
Ο καρδιακός ρυθμός βεβαίως δεν είναι σταθερός αλλά προσαρμόζεται στις εκάστοτε ανάγκες του οργανισμού. Έτσι, αν τρέξουμε, αν κάτι μας τρομάξει ή αν έχουμε πυρετό είναι εύλογο να εμφανιστεί ταχυκαρδία (φλεβοκομβική ταχυκαρδία) η οποία είναι απολύτως φυσιολογική.
Μια ταχυκαρδία χαρακτηρίζεται ως αρρυθμία η οποία χρήζει διερεύνησης όταν εμφανίζεται αδικαιολόγητα ενώ κάποιος/α είναι σε κατάσταση ηρεμίας. Ακόμα και σε αυτή την περίπτωση ενδεχομένως να πρόκειται για σχετικά καλοήθεις καταστάσεις που δεν απαιτούν ιδιαίτερη αντιμετώπιση αλλά η αναζήτηση ιατρικής συμβουλής είναι απαραίτητη καθότι ορισμένες αρρυθμίες είναι δυνητικά θανατηφόρες.
Γενικά, οι ταχυκαρδίες διακρίνονται σε δύο μεγάλες κατηγορίες ανάλογα με την προέλευση του αρρυθμιογόνου ερεθίσματος.
Οι υπερκοιλιακές ταχυκαρδίες ξεκινούν από τους κόλπους της καρδιάς με χαρακτηριστικούς εκπροσώπους την παροξυσμική κολπική ταχυκαρδία, τον κολπικό πτερυγισμό, την πολυεστιακή κολπική ταχυκαρδία, την κολπική μαρμαρυγή και το σύνδρομο Wolf-Parkinson-White.
Η πλειονότητά τους δεν απειλεί τη ζωή του πάσχοντα και δεν προκαλούν μόνιμες καρδιακές βλάβες. Ορισμένες όμως μπορούν να οδηγήσουν σε επιπλοκές όπως καρδιακή ανεπάρκεια αν παραμεληθούν. Η δε κολπική μαρμαρυγή που συχνά χρονίζει αποτελεί αρκετά συχνό αίτιο εγκεφαλικού επεισοδίου.
Οι κοιλιακές ταχυκαρδίες ξεκινούν από τις κοιλίες και χρήζουν άμεσης αντιμετώπισης καθότι είναι δυνατόν να εξελιχθούν σε κοιλιακή μαρμαρυγή και να οδηγήσουν στο θάνατο. Απαντώνται συχνά ως επιπλοκή ενός εμφράγματος.
Πού οφείλεται
Η παθολογική ταχυκαρδία οφείλεται κατά κανόνα σε διαταραχή της ηλεκτρικής δραστηριότητας της καρδιάς η οποία μάλιστα στις περισσότερες περιπτώσεις είναι αυξημένη.
Στην πιο απλή και αθώα περίπτωση η ταχυκαρδία είναι αποτέλεσμα της λήψης διαφόρων διεγερτικών ουσιών όπως είναι η καφεΐνη και άλλες συγγενείς ουσίες που απαντώνται στο καφέ, το τσάι και τις σοκολάτες. Ορισμένοι οργανισμοί είναι πιο ευάλωτοι στην επίδρασή τους. Αντίστοιχες συνέπειες μπορεί να έχει το αλκοόλ και το κάπνισμα.
Πολλές χημικές ουσίες του περιβάλλοντος έχουν επίσης παρόμοια δράση στη καρδιά. Πρόκειται συνήθως για πτητικές ουσίες που εισπνέονται όπως διάφοροι διαλύτες που περιέχονται σε χρώματα, κόλλες, βερνίκια, προωθητικά αέρια, βενζίνη κλπ. Μεγαλύτερο κίνδυνο σε αυτή την περίπτωση αντιμετωπίζουν εργαζόμενοι που έρχονται σε διαρκή επαφή με αυτά τα προϊόντα ενώ δεν είναι αμελητέα η εισπνοή τους με σκοπό την πρόκληση ευφορίας από εξαρτημένα άτομα.
Εξάλλου, ταχυκαρδία προκαλούν πολλά ναρκωτικά με προεξάρχοντα την κοκαΐνη και τις αμφεταμίνες. Ορισμένοι θάνατοι μάλιστα αποδίδονται και στην αρρυθμιογόνο δράση τους.
Πέρα όμως από τα ναρκωτικά, η πρόκληση αρρυθμιών είναι δυνητική παρενέργεια διαφόρων φαρμάκων.
Ευνόητο είναι ότι πολλές καρδιαγγειακές παθήσεις μπορούν να εμφανίσουν ταχυκαρδία, όπως στεφανιαία νόσος, καρδιακή ανεπάρκεια, βαλβιδοπάθειες και υπέρταση.
Συχνά το πρόβλημα οφείλεται στην ύπαρξη εκ γενετής διαφόρων 'βραχυκυκλωμάτων' στο ηλεκτρικό σύστημα της καρδιάς όπως πχ συμβαίνει στο σχετικά συχνό σύνδρομο Wolf-Parkinson-White.
Aλλες οργανικές παθήσεις που ενοχοποιούνται είναι ο υπερθυρεοειδισμός, η αναιμία, διάφορες ηλεκτρολυτικές διαταραχές κ.ά.
Έχω ταχυκαρδία;
Η ταχυκαρδία έχει ως αποτέλεσμα η καρδιά να συστέλλεται τόσο γρήγορα, ώστε να μην προλαβαίνουν οι καρδιακές κοιλότητες να γεμίζουν αίμα. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να μην προωθούνται επαρκείς ποσότητες αίματος στην περιφέρεια και να εμφανίζονται τα ακόλουθα συμπτώματα:
  • Αίσθημα απώλειας ενός σφυγμού
  • Αίσθημα παλμών
  • Δύσπνοια
  • Αίσθημα ζάλης
  • Απώλεια αισθήσεων
  • Θωρακικό άλγος
  • Θάνατος
Ο ιατρός θα υποψιαστεί το πρόβλημα με βάση τα συμπτώματα που θα του περιγράψει ο ασθενής. Οι ανωμαλίες στην ηλεκτρική λειτουργία της καρδιάς θα αποτυπωθούν στο ηλεκτροκαρδιογράφημα (ΗΚΓ). Σε περίπτωση όμως που το αποτέλεσμα είναι αρνητικό και εξακολουθούν να υπάρχουν υπόνοιες, μπορεί να εφαρμοστεί φορητό σύστημα καταγραφής ΗΚΓ επί 24ώρου βάσης (Holter). Τέλος, σε ορισμένες περιπτώσεις απαιτείται ηλεκτροφυσιολογική μελέτη της καρδιάς που πραγματοποιείται σε ορισμένα εξειδικευμένα εργαστήρια.
Αφού λοιπόν διαπιστωθεί η ταχυκαρδία, μένει να αποκαλυφτούν τα αίτια της. Προς αυτή τη κατεύθυνση και ανάλογα με την περίπτωση μπορεί να ζητηθούν διάφορες αιματολογικές και ακτινολογικές εξετάσεις, τεστ κοπώσεως, υπερηχογράφημα και στεφανιογραφία.
Θεραπεία
Κάθε αρρυθμία αντιμετωπίζεται διαφορετικά. Σε πολλές περιπτώσεις υπερκοιλιακής ταχυκαρδίας ο καρδιακός ρυθμός μειώνεται επιτυχώς με τον χειρισμό Valsava: προσπαθούμε να εκπνεύσουμε χωρίς όμως να βγαίνει αέρας από το στόμα ή τη μύτη ώστε να αυξηθεί η ενδοκοιλιακή πίεση και να λειτουργήσει ένα αντανακλαστικό του νευρικού συστήματος.
Πολύ αποτελεσματική είναι η απινίδωση (ηλεκτροσόκ) που χρησιμοποιείται κυρίως στην κολπική μαρμαρυγή ενώ υπάρχουν διάφορα φάρμακα για τη θεραπεία και την πρόληψη υποτροπών.
Η κοιλιακή ταχυκαρδία, όπως προαναφέρθηκε απαιτεί άμεση αντιμετώπιση με απινίδωση και ενδοφλέβια χορήγηση φαρμάκων. Και εδώ μπορούν να χορηγηθούν φάρμακα για την πρόληψη ενός επόμενου επεισοδίου αλλά συχνά απαιτείται και η τοποθέτηση βηματοδότη-απινιδωτή που μπορεί να ανιχνεύσει μια απειλητική κοιλιακή ταχυκαρδία και αυτομάτως να κάνει απινίδωση.
Τέλος, μια νεότερη τεχνική συνίσταται στον ηλεκτροφυσιολογικό έλεγχο της καρδιάς ώστε να εντοπιστεί το υπεύθυνο κέντρο που προκαλεί την αρρυθμία και στη συνέχεια να καταστραφεί με τη βοήθεια ραδιοκυμάτων για να επανακτήσει η καρδιά τους φυσιολογικούς ρυθμούς της.

Γλυκοζυλιωμένη αιμοσφαιρίνη (HbA1c): Τι είναι;

Η γλυκοζυλιωμένη αιμοσφαιρίνη (HbA1c) κυκλοφορεί εντός των ερυθρών αιμοσφαιρίων, παράγεται από την ενζυμική συμπύκνωση μορίων γλυκόζης με αμινομάδες της αιμοσφαιρίνης και αποτελεί ένα δείκτη μακροπρόθεσμης αξιολόγησης της ρύθμισης του σακχάρου, διότι αντανακλά τα επίπεδα της ρύθμισής του που αντιστοιχούν στους τελευταίους μήνες και όχι μόνο σε ένα πρωί όπως η πρωινή μέτρηση του σακχάρου.

Ένα σύνηθες λάθος που γίνεται από τους έλληνες διαβητικούς και αναδεικνύεται καθημερινώς στην ιατρική πρακτική, είναι ότι συχνά ο διαβητικός που έχει κακές διατροφικές συνήθειες δεν τρώει τις παραμονές της πραγματοποιούμενης αιμοληψίας, αλλάζοντας τις διατροφικές του συνήθειες «επί τούτου».

Έτσι το σάκχαρο εμφανίζεται ψευδώς χαμηλό και κακώς καθησυχαστικό την συγκεκριμένη ημέρα της εξέτασης. Η γλυκοζυλιωμένη αιμοσφαιρίνη (HbA1c) είναι ωστόσο ένας αδιάψευστος δείκτης της ποιότητας της ρύθμισης και της αξιολόγησης της λαμβανόμενης αγωγής.

Kαρδιακή ανεπάρκεια από κατάχρηση παυσιπόνων

Οι ερευνητές από το Ισπανικό Κέντρο Φαρμακοεπιδημιολογικών Μελετών της Μαδρίτης στήριξαν τη μελέτη τους στη Βρετανική Ερευνητική Βάση Δεδομένων Παθολογίας, μια βάση δεδομένων όπου φυλάσσονται, υπό καθεστώς ανωνυμίας, τα ιατρικά αρχεία εκατομμυρίων ασθενών που επισκέπτονται οικογενειακούς γιατρούς στη Βρετανία. Εντόπισαν όλους τους ασθενείς οι οποίοι την 1η Ιανουαρίου του 1997 ήταν από 60 έως 84 ετών και τους παρακολούθησαν μέχρι τα τέλη του Δεκεμβρίου του 2000. Σκοπός τους, να συγκρίνουν τους κινδύνους που αντιμετώπιζαν όσοι ελάμβαναν τακτικά Μη Στεροειδή Αντιφλεγμονώδη Φάρμακα (ΜΣΑΦ), με τους κινδύνους που αντιμετώπιζαν όσοι δεν ελάμβαναν τέτοια φάρμακα. Τα πιο διαδεδομένα ΜΣΑΦ είναι η ιβουπροφαίνη, η ναπροξένη, η δικλοφαινάκη, η ινδομεθακίνη και η μελοξικάμη, και ο συνηθέστερος λόγος λήψης τους είναι η οστεοαρθρίτιδα.
Οι επιστήμονες διαπίστωσαν πως η τακτική λήψη ΜΣΑΦ αυξάνει τον κίνδυνο εισαγωγής στο νοσοκομείο λόγω καρδιακής ανεπάρκειας (μια ασθένεια αρκετά συνηθισμένη, ιδίως στους ηλικιωμένους, η οποία εμφανίζεται όταν η καρδιά δεν έχει πλέον τη δύναμη να αντλεί αίμα αποτελεσματικά) έως και κατά 30%. Πιο συγκεκριμένα, από τους ασθενείς που εισήχθησαν κατά τη διάρκεια της περιόδου παρακολούθησης στο νοσοκομείο με καρδιακή ανεπάρκεια, ΜΣΑΦ ελάμβανε το 14%, ενόσω το αντίστοιχο ποσοστό στην τυχαία ομάδα σύγκρισης που επελέγη ήταν 10%. Οι μισοί από αυτούς που εισήχθησαν στο νοσοκομείο ήταν άνδρες και οι μισοί επίσης, ήταν ηλικίας από 70 έως 79 ετών. Ανάμεσα σε όλα τα μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα, αυτό που φάνηκε να αυξάνει περισσότερο τον κίνδυνο καρδιακής ανεπάρκειας ήταν η ινδομεθακίνη.
Πολλοί άνθρωποι οι οποίοι πάσχουν από οστεοαρθρίτιδα έχουν ανάγκη τα ΜΣΑΦ προκειμένου να γίνει η ζωή τους υποφερτή. Ο επιπλέον κίνδυνος καρδιακής ανεπάρκειας, λοιπόν, δύσκολα θα σταθεί αιτία να αλλάξουν τις συνήθειές τους. H νέα έρευνα ωστόσο αναδεικνύει την αναγκαιότητα παρασκευής ισχυρών παυσίπονων με λιγότερες ανεπιθύμητες ενέργειες. Όπως επισημαίνουν οι επιστήμονες του Ισπανικού Κέντρου Φαρμακοεπιδημιολογικών Μελετών, η καρδιακή ανεπάρκεια είναι ήδη σύνηθες αίτιο ασθένειας και θανάτου μεταξύ των ηλικιωμένων.
MONON για συγκεκριμένες παθήσεις - και όχι ως απλά παυσίπονα - συνταγογραφούνται στη χώρα μας τα μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα. Όπως αναφέρει η δρ Βασιλική Σιατερλή, παθολόγος διευθύντρια του ΕΣΥ, «τέτοιου είδους φάρμακα συνταγογραφούνται σε άλλες χώρες ως κοινά παυσίπονα και μάλιστα σε μεγαλύτερες δόσεις από αυτές που συνιστώνται στην Ελλάδα. Σε πολλές περιπτώσεις η δόση καθορίζεται ανάλογα με το βάρος του σώματος κάθε ασθενούς, ενώ στη χώρα μας υπάρχει μια μέγιστη δόση την οποία δεν μπορεί κανείς να υπερβεί». Σε κάθε περίπτωση, σύμφωνα με την ίδια, στις περιπτώσεις που κάποιος ασθενής χρειάζεται να πάρει τέτοια φάρμακα - για αρθρίτιδες ή άλλες παθήσεις - θα πρέπει να παρακολουθείται συστηματικά από τον γιατρό του. Συγκεκριμένα, θα πρέπει να μετριέται τακτικά η αρτηριακή πίεση καθώς τα αντιφλεγμονώδη την αυξάνουν. H χρήση αυτών των φαρμάκων δεν συνιστάται σε συνδυασμό με αντιπηκτική αγωγή - την οποία λαμβάνουν όσοι πάσχουν από καρδιαγγειακά νοσήματα.

Λιγότερο αλάτι για γερή καρδιά



Τα μυρωδικά στο φαγητό είναι η νοστιμότερη και ευκολότερη λύση για να φτιάχνει κανείς ξεχωριστά φαγητά και ο καλύτερος τρόπος για να αποφύγει το αλάτι και τα λιπαρά.

Μάλιστα, λόγω του χαμηλότατου θερμιδικού τους φορτίου (η θερμιδική τους αξία δεν ξεπερνάει τις 20 θερμίδες ανά φλιτζάνι) συστήνονται και για όσους ακολουθούν δίαιτες αδυνατίσματος, καθώς δίνουν πιο ευχάριστο τόνο στη διατροφή τους.

Μυρωδικά όπως ο άνηθος, ο μαϊντανός, η μαντζουράνα, ο δυόσμος, κ.ά. αποτελούν σημαντικές πηγές βιταμινών και ανόργανων στοιχείων. Προσφέρουν κάλιο, μαγνήσιο, φυλλικό οξύ, βιταμίνη C, αντιοξειδωτικά καροτένια και φλαβονοειδή, που όλα έχουν σημαντικές ιδιότητες για την υγεία.

Η ποσότητα των βοτάνων που θα χρησιμοποιήσει κανείς στο φαγητό του εξαρτάται καθαρά από τις γευστικές προτιμήσεις του. Ωστόσο, όλοι πρέπει να γνωρίζουν πως όταν μια συνταγή αναφέρει την ποσότητα αποξηραμένου μυρωδικού, τότε, για να χρησιμοποιηθεί στη θέση του φρέσκο η ποσότητα πρέπει να τριπλασιαστεί.

Καλύτερα τα φρέσκα μυρωδικά να τα αγοράζετε όταν θέλετε να τα χρησιμοποιήσετε. Όσο παραμένουν στη συντήρηση, χάνουν ένα μεγάλο μέρος από το άρωμά τους και φυσικά από τη γεύση τους.

Σε περίπτωση που έχετε φυτέψει διάφορα μυρωδικά στον κήπο σας ή στο μπαλκόνι σας, η καλύτερη ώρα για να τα συλλέξετε είναι νωρίς το πρωί, πριν ζεστάνει αρκετά ο καιρός, γιατί κρατούν περισσότερο τη φρεσκάδα τους.

Η καλύτερη συντήρηση των μυρωδικών είναι να τα βάλετε (χωρίς να τα πλύνετε) σε νάιλον σακούλες στις οποίες θα ανοίξετε τρύπες με ένα ψαλιδάκι, ώστε να γίνεται καλύτερα η κυκλοφορία του αέρα μέσα από αυτές. Τοποθετήστε τις σακούλες στο συρτάρι των λαχανικών στο ψυγείο όχι περισσότερο από 6 μέρες.

Για να μη χάσουν το άρωμα και τη γεύση τους, επιλέξτε να τα βάζετε στο φαγητό 1-2 λεπτά πριν κατεβάσετε το φαγητό από τη φωτιά.

Πρώτες βοήθειες

Πνιγμονή
Όταν κάποιος πνίγεται, επειδή έχει στραβοκαταπιεί, βήχει ή προσπαθεί να βήξει και κρατάει χαρακτηριστικά τον λαιμό του. Αυτό που πρέπει να κάνουμε είναι να τον βοηθήσουμε να σκύψει ελαφρώς μπροστά και του δίνουμε πέντε δυνατά χτυπήματα στο κέντρο της πλάτης.
Στην περίπτωση που αυτό δεν έχει αποτέλεσμα, τότε πρέπει να σταθούμε πίσω από τον ασθενή και να πιέσουμε δυνατά και απότομα το στομάχι με φορά προς τα εμάς. Με το τρόπο αυτό προκαλούμε απότομη εκπνοή και «εκτόξευση του ξένου σώματος, όπως είναι παραδείγματος χάριν η τροφή.
Εάν δεν αποδώσει τίποτα από αυτά, τότε επαναλαμβάνουμε τη διαδικασία εναλλάξ.
Τα πρώτα λεπτά είναι ιδιαίτερα κρίσιμα, καθώς μετά ξεκινάνε οι νευρολογικές βλάβες. Γι’ αυτό και η βοήθεια των παριστάμενων αλλά και η διατήρηση της ψυχραιμίας τους είναι καθοριστικής σημασίας. Εάν το θύμα χάσει τις αισθήσεις, το ξαπλώνουμε προσεχτικά κάτω, ειδοποιούμε αμέσως το ΕΚΑΒ και ξεκινούμε καρδιοπνευμονική αναζωογόνηση.

Πρώτες βοήθειες στον τραυματία
Oι τραυματισμοί είναι συχνότεροι τους καλοκαιρινούς μήνες για δύο λόγους: επειδή μεγαλύτερη επιφάνεια του σώματός μας είναι εκτεθειμένη και επειδή υπάρχουν περισσότερες μετακινήσεις, σπορ, γενικά μεγαλύτερη δραστηριότητα.
Η στοιχειώδης αντιμετώπιση των διαφόρων κακώσεων, όταν δεν βρίσκεται κοντά μας γιατρός, είναι συχνά σωτήρια. Οι πρώτες βοήθειες σκοπό έχουν να εξασφαλίσουν τη λειτουργία της αναπνοής και της κυκλοφορίας, βασικών λειτουργιών του οργανισμού.
Η μεν εξασφάλιση της λειτουργίας της αναπνοής γίνεται με τον καθαρισμό της στοματικής κοιλότητας από αίματα, εμέτους, ξένα σώματα, η δε κυκλοφορία εξασφαλίζεται με τον έλεγχο της αιμορραγίας.

Οι κακώσεις του δέρματος μαλακών ιστών: είναι συχνότατες και προκαλούνται με πολλούς τρόπους: μαχαίρια, ξύλα, γυαλιά, τροχαία κ.λπ., αλλά συνήθως δεν είναι επικίνδυνες. Οι πρώτες βοήθειες στις κακώσεις του δέρματος είναι ο έλεγχος της αιμορραγίας. Καθαρίζουμε το τραύμα με κάποιο αντισηπτικό και τοποθετούμε πάνω του μια δυο γάζες πιέζοντας ελαφρά. Κατόπιν δένουμε το τραύμα με επίδεσμο.

Στις περιπτώσεις που δεν έχουμε γάζες - αντισηπτικό και επιδέσμους μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε νερό, καλύτερα βρασμένο, για καθαρισμό και καθαρό ύφασμα- πετσέτα για την κάλυψη. Στις κακώσεις του δέρματος μπορούν να συμπεριληφθούν τα δαγκώματα ζώων τα οποία επίσης αντιμετωπίζονται με καθαριότητα και έλεγχο της αιμορραγίας με επιπωματισμό και ελαφριά πίεση.

Κακώσεις οστών: η μερική ή πλήρης λύση της συνέχειας του οστού αποκαλείται κάταγμα. Τα συμπτώματα ενός κατάγματος είναι συνήθως ο πάρα πολύ έντονος πόνος. Οι πρώτες βοήθειες σε ασθενή με κάταγμα συνίσταται στον έλεγχο της αιμορραγίας με τους τρόπους που αναφέρουμε- καθαρισμός, επίδεση. Η ακινητοποίηση του κατάγματος είναι υπόθεση ειδικού και πρέπει να γίνεται στον τόπο του ατυχήματος από το πλήρωμα του ασθενοφόρου.

Οι κακώσεις των σπλάγχνων και του εγκεφάλου: είναι αποτέλεσμα σοβαρών τροχαίων ατυχημάτων. Κατ΄ αρχάς αντιμετωπίζουμε το περιστατικό με πρώτες βοήθειες στον χώρο του ατυχήματος, δεύτερον, με ταχεία μεταφορά στο νοσοκομείο και, τρίτον, με εκπαιδευμένο ιατρικό και νοσηλευτικό προσωπικό.

T ραυματισμός από δακρυγόνο
Σε περίπτωση που ο τραυματίας φοράει φακούς επαφής, του ζητάμε να τους βγάλει, ώστε να μην τραυματιστεί ο κερατοειδής χιτώνας του ματιού. Οι φακοί έπειτα είναι για πέταμα, δεν υπάρχει τρόπος καθαρισμού. Ένα προληπτικό μέσο θα ήταν η χρήση μάσκας, ή γυαλιών κολυμβητηρίου.
Απομακρύνουμε τον τραυματία από το σημείο που έπεσαν τα δακρυγόνα.
Αφαιρούμε το ρούχο πάνω στο οποίο έχει πέσει δακρυγόνο.
Ξεπλένουμε πολύ προσεκτικά τα μάτια του με κάποιο βασικό διάλυμα (π.χ. Maalox), ή τουλάχιστον με άφθονο δροσερό νερό (αυτό ίσως τσούξει περισσότερο, τουλάχιστον στην αρχή). Όχι ζεστό νερό: ανοίγουν οι πόροι του δέρματος και απορροφούν το δακρυγόνο.
Αφήνουμε τα δάκρυα να «κάνουν τη δουλειά τους», χωρίς να τρίβουμε ή να σκουπίζουμε τα μάτια.
Παροτρύνουμε τον τραυματία να κρατάει τα μάτια του ανοιχτά, να φτύνει και να φυσάει την μύτη του, ενώ τον βοηθάμε να καθίσει σε ανοιχτό μέρος, όπου κάνει ρεύμα, ώστε να εξατμιστεί το δακρυγόνο που απέμεινε.

Αρτηριακή υπέρταση

Η αρτηριακή υπέρταση αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους παράγοντες κινδύνου για την εμφάνιση καρδιαγγειακής νόσου, καθώς και μία από τις κυριότερες αιτίες νοσηρότητας και θνησιμότητας από καρδιαγγειακά αίτια (στεφανιαία νόσο, αγγειακά εγκεφαλικά επεισόδια κ.ά.) στις ανεπτυγμένες χώρες.

Η συχνότητα εμφάνισης της αρτηριακής υπέρτασης αυξάνει με την ηλικία. Περίπου το 65% του πληθυσμού ηλικίας 65-75 ετών είναι υπερτασικοί. Οι άνδρες αντιμετωπίζουν μεγαλύτερο κίνδυνο εμφάνισης αρτηριακής υπέρτασης συγκριτικά με τον γυναικείο πληθυσμό μέχρι την ηλικία των 50 ετών (περίπου 33% έναντι 27%), ενώ μετά τα 50 οι υπερτασικές γυναίκες εμφανίζονται με μεγαλύτερη συχνότητα.

Σύμφωνα με επιδημιολογικές μελέτες και αναλύσεις προγενέστερων μελετών (μετααναλύσεις) που διεξήχθησαν στο πρόσφατο παρελθόν, μέχρι το έτος 2000 είχαν αναπτύξει αρτηριακή υπέρταση 972 εκατομμύρια ενήλικες σε όλο τον κόσμο ή το 26,6% των ανδρών κάθε ηλικίας και το 26,1% των γυναικών. Μέχρι το 2025 εκτιμάται ότι θα παρατηρηθεί αύξηση του υπερτασικού πληθυσμού κατά 60%, η οποία σε απόλυτο αριθμό αντιστοιχεί σε 1,5 δισεκατομμύριο άτομα!


Υπερτασικός 1 στους 3

Στον ελλαδικό χώρο, σύμφωνα με την μελέτη «Αττική» που διεξήχθη από την Α' Καρδιολογική Κλινική του Ιπποκράτειου Νοσοκομείου Αθηνών την πενταετία 2001-2006, περίπου 8 άνδρες στους 100 στις ηλικίες 32 έως 58 ετών (μ.ο. 44 έτη) και 10 στις 100 γυναίκες ηλικίας 31 έως 59 ετών (μ.ο. 45 έτη) πάσχουν από αρτηριακή υπέρταση.

Σε όλες τις ηλικίες, η μελέτη «Αττική» έδειξε ότι το 38% των ανδρών και το 24% των γυναικών εμφανίζουν αυξημένες τιμές αρτηριακής πίεσης (πάνω από 140/90 mmHg) και μπορούν να χαρακτηρισθούν ως υπερτασικοί. Επιπλέον, η συχνότητα της υπέρτασης αυξάνεται με την ηλικία, φθάνοντας το 45% στους άνδρες και το 57% στις γυναίκες στις ηλικίες άνω των 75 ετών.

Η διάγνωση της αρτηριακής υπέρτασης στους ενηλίκους τίθεται όταν συμβαίνει ένα από τα παρακάτω:

1. Ο μέσος όρος δύο ή περισσότερων μετρήσεων της διαστολικής πίεσης σε δύο τουλάχιστον επισκέψεις σε ιατρείο ανευρίσκεται πάνω από 90 mmHg. Διαστολική πίεση είναι ο μικρός αριθμός στη μέτρηση της πίεσης.

2. Ο μέσος όρος πολλαπλών μετρήσεων της συστολικής πίεσης σε δύο ή περισσότερες επισκέψεις στο ιατρείο είναι σταθερά πάνω από 140 mmHg. Συστολική πίεση είναι ο μεγάλος αριθμός στη μέτρηση της πίεσης.

Σύμφωνα με τις Εθνικές Αμερικανικές Οδηγίες για την Υπέρταση, τιμές συστολικής πίεσης μεταξύ 130-139 mmHg ή/και διαστολικής πίεσης μεταξύ 80-89 mmHg χαρακτηρίζονται ως οριακή αρτηριακή πίεση και προϋπέρταση, διότι σχετίζονται με μεγαλύτερη πιθανότητα εμφάνισης υπέρτασης και μεγαλύτερο καρδιαγγειακό κίνδυνο απ’ ό,τι οι χαμηλότερες τιμές της αρτηριακής πίεσης.

Για την πιο έγκαιρη διάγνωση και καλύτερη θεραπευτική αντιμετώπιση των υπερτασικών ατόμων, η Ευρωπαϊκή Εταιρεία Καρδιολογίας έχει ταξινομήσει την αρτηριακή πίεση σε κατηγορίες ανάλογα με τα επίπεδά της.

Μέτρηση της πίεσης

Οι υγιείς ενήλικες, με ελεύθερο ατομικό και οικογενειακό ιστορικό, σκόπιμο είναι να μετράνε την πίεση τους ανά 3μηνο ή/και 6μηνο, συνήθως τις πρωινές ώρες, ανάλογα με τον τύπο της προσωπικότητάς τους και εάν υπεισέρχονται και άλλοι παράγοντες κινδύνου στον τρόπο ζωής τους (όπως το στρες).

Για την μακροχρόνια παρακολούθηση της πίεσης υπερτασικών ατόμων που βρίσκονται υπό αγωγή, 1-2 μετρήσεις την εβδομάδα είναι αρκετές. Πριν από κάθε επίσκεψη στο ιατρείο και όταν αλλάζει ή ξεκινά μία θεραπευτική αγωγή συνιστάται να μετράται η πίεση για διάστημα 7-10 ημερών, το πρωί σε καθιστή θέση και το απόγευμα (χωρίς να έχει προηγηθεί άσκηση, γεύμα, συναισθηματική φόρτιση, λήψη καφέ ή κάπνισμα) και να υπολογίζεται ο μέσος όρος.

Τα όργανα-στόχοι

Η αυξημένη νοσηρότητα και θνησιμότητα από καρδιαγγειακά νοσήματα που συνοδεύουν την υπέρταση οφείλονται στις βλάβες που προκαλεί η μακροχρόνια αύξηση της αρτηριακής πίεσης στα αγγεία και σε συγκεκριμένα όργανα που συλλογικά αναφέρονται ως όργανα-στόχοι. Αυτά είναι η καρδιά, τα αιμοφόρα αγγεία, ο εγκέφαλος, οι νεφροί και οι αμφιβληστροειδείς χιτώνες των ματιών.

Η αυξημένη αρτηριακή πίεση προκαλεί στα αγγεία σκλήρυνση του τοιχώματός τους, επιταχύνει την ανάπτυξη και εξέλιξη της αθηρωμάτωσης (της στένωσης δηλαδή των αγγείων) και ευνοεί την δημιουργία ανευρυσμάτων κυρίως της αορτής.

Στην καρδιά αποτελεί μία από τις κυριότερες αιτίες εμφάνισης στεφανιαίας νόσου και ανάπτυξης καρδιακής ανεπάρκειας, λόγω υπερτροφίας του τοιχώματος της και πρόκληση μεγαλοκαρδίας.

Αναφορικά με τις βλάβες που προκαλεί στον εγκέφαλο, η αρτηριακή υπέρταση σχετίζεται με αυξημένη συχνότητα εμφάνισης αγγειακών εγκεφαλικών επεισοδίων και μικροανευρυσμάτων.

Τέλος, η υπερτασική νεφροπάθεια και αμφιβληστροειδοπάθεια στα μάτια σχετίζονται κυρίως με τις βλάβες που προκαλεί η υπέρταση στα αγγεία των νεφρών και του αμφιβληστροειδους, με έκπτωση της νεφρικής λειτουργίας και της όρασης αντίστοιχα.

Συνύπαρξη

Ο συνολικός κίνδυνος που αντιμετωπίζει ένα άτομο δεν εξαρτάται μόνο από τα επίπεδα της πίεσής του, αλλά και από τη συνύπαρξη άλλων παραγόντων κινδύνου εμφάνισης καρδιαγγειακών επεισοδίων όπως και την ύπαρξη ήδη εγκατεστημένης καρδιαγγειακής νόσου ή βλαβών στα προαναφερθέντα όργανα-στόχους.

Οι παράγοντες κινδύνου για την εμφάνιση καρδιαγγειακών επεισοδίων είναι:

* Η ηλικία. Πάνω από 55 έτη για τους άνδρες και πάνω από 65 έτη για τις γυναίκες

* Το οικογενειακό ιστορικό πρώιμης καρδιαγγειακής νόσου

* Το κάπνισμα

* Τα υψηλά επίπεδα της «κακής» (LDL) χοληστερόλης. Πάνω από 130 mg/dl

* Τα χαμηλά επίπεδα της «καλής» (HDL) χοληστερόλης. Κάτω από 40 mg/dl για τους άνδρες και κάτω από 50 mg/dl για τις γυναίκες

* Τα υψηλά επίπεδα τριγλυκεριδίων. Πάνω από 150 mg/dl

* Το υψηλό σάκχαρο νηστείας. Πάνω από 100 mg/dl

* Η παχυσαρκία. Κυρίως η κοιλιακή παχυσαρκία, κατά την οποία η περίμετρος της μέσης είναι πάνω από 88 εκατοστά για τις γυναίκες και πάνω από 102 για τους άνδρες.

Πρόληψη

Οι μη φαρμακευτικές παρεμβάσεις που αφορούν κυρίως την αλλαγή του τρόπου ζωής βοηθούν όχι μόνο στην ελάττωση και ρύθμιση της αρτηριακής πίεσης αλλά και στον περιορισμό των παραγόντων κινδύνου και την πρόληψη καρδιαγγειακών νοσημάτων.

Η απώλεια βάρους για τους παχύσαρκους, η ένταξη στην καθημερινότητα κάποιας φυσικής δραστηριότητας, η διακοπή του καπνίσματος, η μείωση του στρες, η ελάττωση της πρόσληψης οινοπνεύματος, αλατιού και καφεΐνης στη διατροφή έχει αποδειχθεί από πληθώρα μελετών ότι συμβάλλουν σημαντικά στην πρόληψη της αρτηριακής υπέρτασης και των καρδιαγγειακών επεισοδίων.

Ακόμη, η αποφυγή της μακροχρόνιας λήψης αντισυλληπτικών δισκίων και μη στεροειδών αντιφλεγμονωδών φαρμάκων, όπου αυτό είναι εφικτό, επίσης προλαμβάνει την ανάπτυξη ή/και την απορρύθμιση τής υπό αγωγή αρτηριακής υπέρτασης.

Ταξινόμηση της αρτηριακής πίεσης

Άριστη = κάτω από 120 η συστολική ή/και κάτω από 80 η διαστολική

Φυσιολογική = 120-129 η συστολική ή/και 80-84 η διαστολική

Οριακή = 130-139 η συστολική ή/και 85-89 η διαστολική

Υπέρταση

Στάδιο 1 = 140-149 η συστολική ή/και 90-99 η διαστολική

Στάδιο 2 = 160-179 η συστολική ή/και 100-109 η διαστολική

Στάδιο 3 = 180 και πάνω η συστολική ή/και 110 και πάνω η διαστολική

Μεμονωμένη συστολική υπέρταση = 140 και πάνω η συστολική και κάτω από 90 η διαστολική

Συστολική είναι η «μεγάλη» πίεση και διαστολική είναι η «μικρή» πίεση

Πόσοι Έλληνες έχουν υπέρταση

38% των ανδρών όλων των ηλικιών

24% των γυναικών όλων των ηλικιών

8% των ανδρών κάτω των 58 ετών

10% των γυναικών κάτω των 58 ετών

45% των ανδρών άνω των 75 ετών

57% των γυναικών άνω των 75 ετών



Ο Χρήστος Πίτσαβος είναι αναπληρωτή Καθηγητής στην Α' Καρδιολογική Κλινική του Πανεπιστημίου Αθηνών και η Βασιλική Μεταξά είναι επιστημονική συνεργάτις της Α' Καρδιολογικής Κλινικής του Πανεπιστημίου Αθηνών

Αρχείο Αναρτήσεων