Καρδιολογικό Βήμα

Πρόληψη και θεραπεία καρδιοπαθειών

Θεραπεία υψηλής χοληστερίνης

Τι είναι η χοληστερίνη;

Η χοληστερόλη είναι μία ουσία που απαντάται σε όλα τα τμήματα του οργανισμού,  συμπεριλαμβανομένων της καρδιάς, του ήπατος, του εντέρου, του δέρματος και του νευρικού συστήματος. Η χοληστερόλη παράγεται στο ήπαρ και είναι απαραίτητη για την παραγωγή και δράση πολλών ορμονών, της χολής και της βιταμίνης D και μεταφέρεται στο αίμα συνδεδεμένη με ειδικές πρωτείνες (λιποπρωτείνες) για να χρησιμοποιηθεί απ΄ όλα τα κύτταρα του οργανισμού. Η εξωγενής χοληστερόλη προέρχεται από τροφές και προϊόντα ζωικής προέλευσης, κάποια είδη ψαριών και οστρακοειδή, ενώ αντίθετα τροφές φυτικής προέλευσης δεν περιέχουν καθόλου χοληστερόλη. Έχει αποδειχτεί ότι η αύξηση της χοληστερόλης συνοδεύεται από αυξημένη συχνότητα εμφάνισης αρτηριοσκλήρυνσης και στεφανιαίας νόσου, ενώ αντίθετα η μείωσή της οδηγεί σε ελάττωση των εμφραγμάτων και των θανάτων από στεφανιαία νόσο. Επίπεδα ολικής χοληστερόλης μικρότερα από 200 mg/dL θεωρούνται φυσιολογικά, 200-239 mg/dL θεωρούνται οριακά υψηλά, ενώ υψηλά θεωρούνται επίπεδα μεγαλύτερα των 240 mg/dL. Ασθενείς, με τιμές ολικής χοληστερόλης άνω των 240 mg/dL διατρέχουν τριπλάσιο κίνδυνο θανάτου από στεφανιαία νόσο σε σχέση με αυτούς με τιμές μικρότερες από 200 mg/dL.

Οι επιπτώσεις
To περίπου 60-75%  της χοληστερόλης μεταφέρεται στο αίμα με την χαμηλής πυκνότητας λιποπρωτείνη (LDL - Low Density Lipoprotein), την καλούμενη και "κακή" χοληστερόλη. Η αύξηση της LDL χοληστερόλης οδηγεί σε αυξημένη εναπόθεση χοληστερόλης στα αγγεία και την ανάπτυξη της αθηροσκληρυντικής πλάκας, με αποτέλεσμα στένωση των αγγείων και αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης καρδιαγγειακών νοσημάτων. Η LDL χοληστερόλη θεωρείται ως ο ισχυρότερος ανεξάρτητος παράγοντας κινδύνου για την εμφάνιση στεφανιαίας νόσου. Επίπεδα κάτω από 100 mg/dL αποτελούν την ιδανική τιμή, ενώ στόχος όλων των θεραπευτικών παρεμβάσεων είναι η ελάττωσή της σε επίπεδα κάτω από 130 mg/dL. Σε ασθενείς, που ήδη πάσχουν από στεφανιαία νόσο, αποφρακτική αρτηριοπάθεια ή σακχαρώδη διαβήτη η LDL χοληστερόλη πρέπει να είναι χαμηλότερη από 100 mg/dL. Επίπεδα LDL χοληστερόλης μεγαλύτερα από 160 mg/dL ή μεγαλύτερα από 130 mg/dL σε συνδυασμό με 2 ακόμη παράγοντες κινδύνου (πχ κάπνισμα, σακχαρώδης διαβήτης) αυξάνουν δραματικά τον κίνδυνο εμφάνισης στεφανιαίας νόσου.
To περίπου 20-25% της χοληστερόλης μεταφέρεται στο αίμα με την υψηλής πυκνότητας λιποπρωτείνη (ΗDL - High Density Lipoprotein), την καλούμενη και "καλή" χοληστερόλη. Η HDL χοληστερόλη θεωρείται ανεξάρτητος παράγοντας που σχετίζεται με μείωση του κινδύνου για εμφάνιση στεφανιαίας νόσου.
Η άσκηση, για 30 λεπτά ημερησίως, η μείωση του βάρους και η διακοπή του καπνίσματος οδηγούν σε μέτρια αύξηση της HDL χοληστερόλης. Μελέτες έχουν δείξει ότι ασθενείς με επίπεδα HDL χοληστερόλης στα 30 mg/dL διατρέχουν διπλάσιο κίνδυνο εμφάνισης στεφανιαίας νόσου έναντι αυτών με επίπεδα στα 60 mg/dL. Οι γυναίκες έχουν κατά κανόνα υψηλότερες τιμές HDL χοληστερόλης σε σχέση με τους άνδρες, επειδή τα οιστρογόνα τείνουν να αυξάνουν την HDL χοληστερόλη. Αυτό μπορεί να εξηγήσει εν μέρει την μικρότερη συχνότητα εμφάνισης στεφανιαίας νόσου στις γυναίκες της αναπαραγωγικής ηλικίας, διαφορά η οποία εξαφανίζεται μετά την εμμηνόπαυση.

Τα τριγλυκερίδια
Τα τριγλυκερίδια είναι η πιο κοινή μορφή λίπους στον οργανισμό και προέρχονται κυρίως από την διατροφή. Τα εξωγενή τριγλυκερίδια μεταφέρονται στο αίμα με τα χυλομικρά, ενώ τα ενδογενή με την πολύ χαμηλής πυκνότητας λιποπρωτείνη (VLDL - Very Low Density Lipoprotein) και χρησιμεύουν κυρίως για την παραγωγή ενέργειας. Υψηλές τιμές τριγλυκεριδίων απαντώνται σε διαβητικούς και παχύσαρκους, ενώ οι γυναίκες έχουν κατά κανόνα υψηλότερες τιμές σε σχέση με τους άνδρες. Τιμές μικρότερες των 150 mg/dL θεωρούνται φυσιολογικές, 150-199 mg/dL θεωρούνται οριακά υψηλές, ενώ τιμές μεγαλύτερες των 200 mg/dL θεωρούνται υψηλές και σε ορισμένες περιπτώσεις απαιτούν θεραπεία. Σε αντίθεση με την χοληστερόλη, δεν έχει διευκρινιστεί πλήρως κατά πόσον τα τριγλυκερίδια αποτελούν ανεξάρτητο παράγοντα κινδύνου αθηροσκλήρυνσης και εμφάνισης στεφανιαίας νόσου.
Προσδιορισμός των λιπιδίων του αίματος περιλαμβάνει μέτρηση της ολικής χοληστερόλης, της LDL και HDL χοληστερόλης καθώς και των τριγλυκεριδίων. Θα πρέπει να έχει προηγηθεί νηστεία για τουλάχιστον 12 ώρες πρό της λήψεως του δείγματος. Σε περίπτωση ανεύρεσης υπερλιπιδαιμίας, τα αποτελέσματα θα πρέπει να επιβεβαιωθούν λαμβάνοντας τουλάχιστον δύο ακόμη δείγματα αίματος του ασθενούς. Πριν από την επιλογή της κατάλληλης θεραπευτικής αγωγής θα πρέπει επίσης να αποκλειστεί ότι η υπερλιπιδαιμία είναι δευτεροπαθής, οφείλεται δηλαδή σε άλλη διαταραχή (πχ υποθυρεοειδισμός, αλκοολισμός, νεφροπάθεια, λήψη αντισυλληπτικών ή κορτικοστεροειδών), καθόσον θεραπεία του δευτεροπαθούς αιτίου θα διορθώσει και την υπερλιπιδαιμία. Η πρώτη μέτρηση των λιπιδίων του αίματος θα πρέπει να πραγματοποιείται σε ηλικία μεταξύ 20 και 30 ετών και να επαναλαμβάνεται τουλάχιστον ανά 5ετία. Αν η χοληστερόλη είναι μεγαλύτερη από 200 mg/dL, η HDL χοληστερόλη είναι κάτω από 40 mg/dL  και συνυπάρχουν και τουλάχιστον άλλοι 2 παράγοντες κινδύνου (ηλικία μεγαλύτερη από 45 έτη για τους άνδρες και μεγαλύτερη από 55 έτη για τις γυναίκες, θετικό κληρονομικό ιστορικό για στεφανιαία νόσο σε άνδρα συγγενή 1ου βαθμού πριν την ηλικία των 55 ετών, κάπνισμα, υπέρταση, σακχαρώσης διαβήτης), τότε η εξέταση πρέπει να επαναλαμβάνεται ανά 1-2 έτη.

Η αντιμετώπιση
Η αντιμετώπιση της υπερλιπιδαιμίας απαιτεί εφόρου ζωής προσπάθεια εκ μέρους του ασθενούς και του θεράποντος ιατρού και πρέπει να εξατομικεύεται ανάλογα με το προφίλ του κάθε ασθενούς. Η συμμόρφωση του ασθενούς στην θεραπεία αποτελεί το σημαντικότερο πρόβλήμα, καθόσον το 50% των ασθενών διακόπτουν την αγωγή στον 1ο χρόνο και το 75% έχουν διακόψει την αγωγή μετά την πάροδο 2 ετών. Η άσκηση, η μείωση του βάρους και η μεταβολή των διαιτητικών συνηθειών αποτελούν σημαντικούς παράγοντες για την μείωση των λιπιδίων και υπάρχουν πολλές μελέτες που έχουν δείξει ότι η άσκηση ελαττώνει τη θνητότητα από καρδιαγγειακά νοσήματα. Ωστόσο, παρότι η δίαιτα και η άσκηση βοηθούν σημαντικά, συχνά απαιτείται η χορήγηση φαρμάκων για την επίτευξη του στόχου της επιθυμητής τιμής της LDL χοληστερόλης.
Κατά τη διάρκεια της φαρμακευτικής αγωγής, η ταυτόχρονη μείωση της πρόσληψης λιπαρών ουσιών με την τροφή είναι θεμελιώδους σημασίας στην αντιμετώπιση της υπερλιπιδαιμίας. Γενικότερα, συνιστάται τα κορεσμένα λίπη να αποτελούν λιγότερο από 7% των συνολικών θερμίδων και η χοληστερόλη από την τροφή να μην υπερβαίνει τα 200 mg ημερησίως.

Η υπολιπιδαιμική δίαιτα 

Τρώμε ελεύθερα:
-Πουλερικά: Κοτόπουλο, γαλοπούλα χωρίς πέτσα, κουνέλι, κυνήγι
-Ψάρια: Όλα τα άσπρα ψάρια χωρίς πέτσα
-Όσπρια: Φασόλια ρεβύθια, φακές, κουκιά, φάβα
-Γαλακτοκομικά:Γάλα και γιαούρτι με 0-1% λιπαρά. Μυζήθρα νωπή ή κίτρινο τυρί με λιγότερο από 10% λιπαρά
-Λίπη-Έλαια: Ελαιόλαδο, καλαμποκέλαιο, σογιέλαιο, ηλιέλαιο, μαργαρίνη με ρευστά φυτικά έλαια
-Ψωμί: Όλα τα ψωμιά (κατά προτίμηση ολικής αλέσεως), φρυγανιές
-Δημητριακά: Όλα τα δημητριακά, κουάκερ, κορν φλέικς, μακαρόνια, ρύζι, πατάτες
-Λαχανικά-Φρούτα: Όλα
-Ποτά: Καφές, τσάι

Τρώμε με μέτρο :
-Κρέας: Άπαχο κρέας, μοσχάρι, άπαχο ζαμπόν, λουκάνικα από μοσχάρι ή κοτόπουλο
-Ψάρια: Σολωμός
-Γαλακτοκομικά: Γάλα και γιαούρτι μέχρι 2% λιπαρά. Κίτρινο τυρί με λιγότερο από 20% λιπαρά
-Αυγά: Μέχρι 4 την εβδομάδα
-Διάφορα: Ελιές, Ξηροί καρποί, Γρανίτες - Ποπ κορν, Λουκούμια, Γλυκά κουταλιού, Κουλουράκια με λάδι
-Ποτά: Οινοπνευματώδη (Αν τα τριγλυκερίδια είναι υψηλά τότε καθόλου οινόπνευμα)

Απαγορεύεται να τρώμε:
-Κρέας: Χοιρινό, συκώτι, λουκάνικα από χοιρινό, μπέικον
-Θαλασσινά:Αστακός, γαρίδες, καραβίδες, μύδια
-Πουλερικά: Χήνα, πάπια
-Λίπη: Βούτυρο, μαργαρίνη με στερεά κορεσμένα έλαια
-Γαλακτοκομικά: Γάλα και γιαούρτι με 4% και άνω λιπαρά, κρέμα γάλακτος, σκληρά τυριά (γραβιέρα, κεφαλοτύρι), μαλακά τυριά (τυρί κρέμα, κασέρι)
-Γλυκά: Πάστες, τούρτες, κρουασάν, τσουρέκι, παγωτά, σοκολάτες
-Ποτά: Ιρλανδέζικος καφές, σοκολάτα ρόφημα
-Διάφορα: Τσιπς, Τηγανητές πατάτες, Μαγιονέζα, Σάλτσες με κρέμα γάλακτος ή βούτυρο

Φαρμακευτική αγωγή
Η επιλογή των ασθενών που χρειάζεται να λάβουν φαρμακευτική αγωγή, καθώς και το είδος του φαρμάκου που πρέπει να  χορηγηθεί θα πρέπει να αποφασίζεται από το θεράποντα ιατρό. Η επιλογή βασίζεται στο συνολικό καρδιαγγειακό κίνδυνο, λαμβάνοντας υπόψη την παρουσία και των υπολοίπων παραγόντων κινδύνου, όπως κάπνισμα, υπέρταση, διαβήτης και κληρονομικό ιστορικό. Τα τελευταία χρόνια οι στατίνες (ατορβαστατίνη, λοβαστατίνη, πραβαστατίνη, σιμβαστατίνη, φλουβαστατίνη)  αποτελούν τα συχνότερα χρησιμοποιούμενα φάρμακα για την αντιμετώπιση της υπερλιπιδαιμίας.

 Σε μεγάλες μελέτες έχει βρεθεί ότι οι στατίνες ελαττώνουν την τη συχνότητα εμφάνισης εμφράγματος, μειώνουν την πρόοδο και εξέλιξη των αθηροσκληρυντικών βλαβών σε στεφανιαίους ασθενείς και ελαττώνουν τη θνητότητα από καρδιαγγειακά νοσήματα. Οι  ανεπιθύμητες ενέργειες είναι σπάνιες και περιλαμβάνουν γαστρεντερικές διαταραχές (δυσκοιλιότητα, κοιλιακό άλγος), κεφαλαλγία, μυαλγίες και εξάνθημα. Σε ποσοστό 1-2% μπορεί να παρατηρηθεί αύξηση των ηπατικών ενζύμων, τα οποία αν υπερβούν το τριπλάσιο των αρχικών τιμών απαιτείται η διακοπή του φαρμάκου, οπότε και επανέρχονται σε φυσιολογικά επίπεδα.

 Μια ιδιαίτερα σπάνια ανεπιθύμητη ενέργεια είναι η εμφάνιση μυοπάθειας με αύξηση της κρεατινοφωσφοκινάσης (CPK). Ένεκα των ανωτέρω ανεπιθύμητων ενεργειών συνιστάται να προσδιορίζονται πριν την έναρξη της θεραπείας οι τρανσαμινάσες και η CPK και κατόπιν να παρακολουθούνται σε τακτά χρονικά διαστήματα. Aλλα φάρμακα που συνήθως χρησιμοποιούνται στην αντιμετώπιση της υπερλιπιδαιμίας είναι η γεμφιμπροζίλη, προβουκόλη, κλοφιμπράτη και νικοτινικό οξύ.

 Επανεξέταση αίματος γίνεται μετά παρέλευση τουλάχιστον 6 εβδομάδων από την έναρξη χορήγησης του φαρμάκου, καθόσον οι μεταβολές των επιπέδων της χοληστερόλης απαιτούν μακρύ χρονικό διάστημα.

Αρχείο Αναρτήσεων